Εκπομπή με θέμα το πώς η εργασία όπως είναι σήμερα δομημένη , αποκλείει την συμμετοχή των ανθρώπων στην πολιτική.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013
Εργασία και Δημοκρατία.
Ετικέτες
αναρχία,
αντίσταση,
ανυπακοή,
αποκλεισμός,
αυτονομία,
επανάσταση,
εργασία,
κοινωνία,
κρίση
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012
Όχι άλλους τίτλους.
Πριν από μερικές μέρες , ο φίλος μου ο Γιάννης , τον
οποίο εκτιμώ βαθύτατα γιατί ναι μεν έχει διαφορετικές απόψεις από τις δικές μου
αλλά τις στηρίζει με επιχειρήματα , διάβασε σε ένα κείμενό μου ότι αποκαλώ τους
περισσότερους Έλληνες , «νεοραγιάδες» . Μου σύστησε λοιπόν να μην είμαι τόσο
επιθετικός και να κάνω περισσότερη υπομονή . Σκέφτηκα , ότι μάλλον έχει δίκιο .
Ίσως μερικές φορές να γίνομαι ανυπόμονος και να θέλω να φτάσω στον προορισμό
μου αποφεύγοντας το ταξίδι . Ίσως δεν έχω δίκιο που συνεχώς γκρινιάζω για αυτήν
την ακινητοποίηση της κοινωνίας απέναντι στα δεινά που της προκαλούν οι κυβερνώντες
της . Μήπως τελικά πρέπει να σκεφτώ από την αρχή τί είναι τελικά αυτή η
επανάσταση που θέλω ; αν μέσα από τα χρόνια έχει αλλάξει μορφή και δεν το έχω
αντιληφθεί ;
Πρέπει να παραδεχθώ ότι τις περισσότερες φορές η
γκρίνια μου , είναι η γκρίνια ενός ανθρώπου που υποστηρίζει ότι οτιδήποτε
λιγότερο από την ολοκληρωτική νίκη , είναι αποτυχία . Υποτιμώ συχνά κάποιες
νίκες ορισμένων κοινωνικών κινημάτων που τελικά αποδεικνύονται πολύ ουσιαστικές
. Σαφώς και δεν μπορούμε να εξαφανίσουμε όλους αυτούς που τρελαίνονται με την
εξουσία και τον έλεγχο τον άλλων ανθρώπων , αλλά μπορούμε να τους
απονομιμοποιήσουμε , να καταστρέψουμε ίσως τις αιτίες που τους δημιουργούν ή να
πριονίσουμε αργά και σταθερά τις καρέκλες- θεσμούς , επάνω στις οποίες κάθονται
. Αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία μας , θα δούμε ότι το 1940 οι αντιστασιακοί
δεν έγραφαν στους τοίχους "Κερδίσαμε" που είναι κάτι οριστικό .
Έγραφαν "Δώδεκα παρά πέντε" , που σήμαινε ότι η νίκη είναι κάτι που
δημιουργείται μέρα με τη μέρα , αργά και με υπομονή . Αυτό που θέλουμε να
πετύχουμε μέσα από μία προσπάθεια , δεν πρέπει να αποτελεί τον στόχο αλλά την
πυξίδα βάση της οποίας θα κινηθούμε . Η ιστορία μας έδειξε ήδη ότι όταν ο
στόχος είναι μία ολοκληρωτική ουτοπία , τότε μόλις φτάσεις πεθαίνεις . Έχει
σημασία αν το μέρος που θα πεθάνεις λέγεται Γκούλανγκ ή Άουσβιτς ;
Πραγματική επιτυχία δεν αποτελεί το τέλος του ταξιδιού
, αλλά η ίδια η προσπάθεια που καταβάλεις προκειμένου όχι μόνο να αρχίσεις το
ταξίδι , αλλά να έχεις τη δύναμη να το συνεχίζεις και συνεχώς να αμφισβητείς
την πορεία σου . Οι νίκες που καταφέρνει κανείς ενδιάμεσα είναι πολύ πιο
σημαντικές από την τελευταία . Αν φτάσεις στο τέλος και το αποδεχθείς ως τέτοιο
, τότε υποχρεώνεσαι σε έναν διαρκή συμβιβασμό , σε μία διαρκή συναίνεση . Δεν
υπάρχει πλέον αμφισβήτηση . Τι είδος ανθρωπότητα θα ήμασταν όλους αυτούς τους
αιώνες , αν οι άνθρωποι έλεγαν πάντοτε ναι σε όλα και συναινούσαν ευθέως με τις
πρακτικές της εξουσίας τους ;
Οι άνθρωποι που προσκύνησαν βιαστικά και πρόωρα την
καταναλωτική κοινωνία και τον νεοφιλελευθερισμό , προσπάθησαν και τελικά
κατάφεραν να φτάσουν στο δικό τους τέλος . Έφτιαξαν τις περιοχές πολυτελείας ,
με τις τεράστιες μεζονέτες , τα γκαράζ για πέντε αυτοκίνητα , τους κήπους με το
γκαζόν και τις πισίνες . Έβαλαν συνδρομητική τηλεόραση και απομονώθηκαν από τον
ενοχλητικά "υπόλοιπο" κόσμο . Αυτό που στην πραγματικότητα έφτιαξαν
δεν είναι τίποτε άλλο από ένα τείχος . Η ανασφάλεια για την ίδια τους την
προσωπικότητα και τα ψυχολογικά κενά που δημιουργούνται από την συνεχή
κατανάλωση , έφεραν τελικά τη δυστυχία και τον χωρισμό . Τον χωρισμό των ίδιων
αυτών ανθρώπων μεταξύ τους . Μένουν απέναντι ο ένας από τον άλλο και δεν
γνωρίζουν καν τα ονόματα των γειτόνων τους . Καμιά φορά όχι μόνο δεν γνωρίζουν
αλλά ούτε αναγνωρίζουν τα παιδιά τους . Η πλήξη τους είναι τόσο μεγάλη που
προσπαθούν να δημιουργήσουν τα αντίστοιχα "ισοδύναμα" προκειμένου να
ανταπεξέλθουν . Αυτά τα επιβεβαιώνουν οι ίδιοι καθημερινά με τον τρόπο ζωής
τους . Τελικά δεν ξέρω ποιος είναι ο ευτυχισμένος ή αν μπορεί να πραγματωθεί
ποτέ ως έννοια η ευτυχία αφού είτε έχεις λεφτά είτε όχι κάποια στιγμή η
δυστυχία θα σου χτυπήσει την πόρτα . Βέβαια , ίσως είναι καλύτερα όταν στη
χτυπήσει να έχεις έναν καλό λογαριασμό στην τράπεζα , από το να μην έχεις
τίποτε .
Αν κάποιος ή κάποιοι μπορέσουν τελικά να δώσουν ζωή σε
αυτό που ονειρεύονται , έστω και τοπικά , έστω και για λίγους , σημαίνει ότι σε
αυτό που απέβλεπαν , πέτυχαν . Αν καταφέρουν κάποιοι , κάπου , να δημιουργήσουν
μία αυτόνομη , δημοκρατική κοινωνία , τότε πέτυχαν . Το σημερινό παράδειγμα
είναι οι Ζαπατίστας στα δάση της Λακαντόνα . Αν η κοινωνία που δημιούργησαν
είναι δημοκρατική , ειρηνική , επιτρέπει την αμφισβήτηση στο δικό της
δημιούργημα , ορίζει την ισότητα και την ελευθερία ως έννοιες αλληλένδετες και
αλληλοεξαρτώμενες , τότε σε μία μικρή μεριά του πλανήτη υπάρχει μία αλλαγή. Μία
πραγματική αλλαγή . Η επαναστατική διαδικασία δεν πρέπει να χρησιμεύει μόνο
ως εργαλείο για πραγμάτωση μιας ιδέας , αλλά και ως παράδειγμα. Μέσα από αυτό
το παράδειγμα μπορούμε να δούμε ότι υπάρχει ελπίδα οι άνθρωποι τελικά , σε
πείσμα των καιρών , να ζήσουν όχι σε μία , αλλά σε πολλές διαφορετικές
κοινωνίες .
Οι αλλαγές σε μια κοινωνία επέρχονται όχι μόνο με την
επιβολή αλλά κυρίως με την έμπνευση . Αν θέλουμε να γλυτώσουμε από την εξουσία
που κατασκευάζει την κοινωνία της «συναίνεσης στη δυστυχία» , πρέπει να
παραδεχθούμε ότι δεν μπορούμε να την πολεμήσουμε ως ίσος προς ίσο , γιατί δεν
είμαστε ίσοι . Δεν είμαστε ίσοι με την εξουσία που επιβάλει την συναίνεση .
Είμαστε όμως , ίσοι με τη δυστυχία . Η
δυστυχία δεν κάνει διακρίσεις . Πρέπει να πολεμήσουμε τη δυστυχία, όπου και αν
βρίσκεται . Αν για να το ξεκινήσουμε χρειάζεται να καταστρέψουμε τις
βεβαιότητες και την τάξη , ας το κάνουμε .
Για να
πετύχουμε την αλλαγή πρέπει να παρακάμψουμε την ακίνητη τάξη του παρόντος . Να
αρχίσουμε την προσπάθεια παράκαμψης χωρίς αναβολή . Να φτιάξουμε καινούργιους
μηχανισμούς δημιουργίας και καταστροφής θεσμών και με εργαλείο αυτούς , να
ανοίξουμε μόνοι μας τα μονοπάτια αυτά που θα οδηγούν στην μόνιμα κινούμενη
αταξία του μέλλοντος . Μέσα μας υπάρχει η δυνατότητα απαξίωσης όλων των
εκφράσεων της υπάρχουσας τάξης(order) . Να
θεωρούμε πλέον ως απαξιωμένους όλους τους ναούς της , από τα μέγαρα μουσικής
της και τα μεγάλα στάδιά της μέχρι το ναό της δημοκρατίας της . Από τους
ολυμπιακούς της αγώνες μέχρι την παιδεία και την εργασία της . Από τους
στρατευμένους της συνδικαλιστές και πολιτικούς , μέχρι τους προσκυνημένους
διανοητές της . «Η νίκη θα ανήκει σε
εκείνους που θα σπείρουν την αταξία χωρίς να την αγαπούν» λέει ο Ντεμπόρ .
Και έχει δίκιο . Όχι άλλη τάξη , όχι άλλες βεβαιότητες . Η τάξη και οι
βεβαιότητες μας οδηγούν κατευθείαν στο μόνο είδος συναίνεσης που όσο και να
πολεμήσουμε δεν μπορούμε να αρνηθούμε : το θάνατο . Η εξουσία θέλει να
πεθάνουμε ήσυχοι .
Αν θέλουμε πραγματικά να πολεμήσουμε τη δυστυχία
πρέπει να επαναϊεραρχήσουμε τις αξίες μας και να πολεμήσουμε πρώτα την
εκμετάλλευση . Να φτιάξουμε νέες επιθυμίες που να αφορούν το σήμερα . Όχι άλλο
μέλλον . Μέσα στον αγώνα που θα οδηγήσει ο πόλεμος με τους ιδιοκτήτες της
κοινωνίας , πρέπει να βρούμε από τώρα τα σχέδια νέων συνθηκών συμπεριφοράς ,
νέους ρυθμιστικούς κανόνες συμπεριφοράς που να έρχονται σε πλήρη αντίθεση με
αυτούς που επιβάλει η εξουσία . Αυτούς τους κανόνες πρέπει να τους κάνουμε
προπαγάνδα . Κανόνας πρώτος : η
υπακοή πέθανε .
Όχι άλλες
πορείες διαμαρτυρίας . Όχι άλλες απεργίες . Όχι άλλη διεκδίκηση οικονομικών
κεκτημένων . Όλα αυτά είναι βεβαιότητες . Είναι οι σίγουροι τρόποι αντίδρασης ,
τους οποίους οι εξουσία με τους μηχανισμούς που διαθέτει , τους παίζει στα
δάκτυλα . Οι καινούργιοι τρόποι αντίδρασης θα πρέπει να εμπεριέχουν ένα είδος
δημιουργικής σιωπής . Αγνοούμε τις εντολές της εξουσίας και ξεκινάμε το ταξίδι
της παράκαμψης . Δεν πηγαίνουμε στη δουλειά μας , αλλά δεν κάνουμε και απεργία
. Αντί γι' αυτό είναι προτιμότερο να χτυπήσω την πόρτα του γείτονα και να τον
γνωρίσω καλύτερα . Όχι πια μέσα στο σπίτι του , αλλά έξω από αυτό . Βάζω τις
καρέκλες και το τραπέζι στο πεζοδρόμιο ή αν το πεζοδρόμιο είναι μικρό , τα βάζω
στο δρόμο . Ο δρόμος είναι δικός μας . Με αυτόν τον τρόπο σταματάμε την
κυκλοφορία καλώντας όλους όσους θέλουν να πάνε στη δουλειά τους , να καθίσουν
και αυτοί μαζί μας να γνωριστούμε. Ίσως από περιέργεια και μόνο να καθίσουν .
Να μιλήσουμε επιτέλους πρόσωπο με πρόσωπο και όχι μέσα από τις οθόνες των
υπολογιστών. Ας σταματήσουμε να μαθαίνουμε για τον διπλανό μας μόνο μέσα από
τις ειδήσεις . Παύουμε να αναγνωρίζουμε
τα μεγάλα εμπορικά κέντρα και τα μεγάλα super markets ως τους μόνους τόπους ζωής της κοινωνίας . Ότι
χρειαστούμε μπορούμε να το αγοράσουμε από το κοντινό μας ψιλικατζίδικο . Ας
δημιουργήσουμε νέες πειραματικές καταστάσεις της ζωής μας που να περιλαμβάνουν
το σύνολο του βίου . Να καταστρέψουμε , έστω για ένα μικρό χρονικό διάστημα δύο
ή τριών ημερών , οτιδήποτε δίνει ζωή σε αυτήν εδώ την κοινωνία , κόβοντας το
οξυγόνο της : το χρήμα . Κλείνω την τηλεόραση , κλείνω το κινητό , κλείνω το internet . Η απόλυτη σιωπή . Για την εξουσία και την κοινωνία
της , δεν υπάρχουμε . Δεν λειτουργεί τίποτε . Η εξουσία τις περισσότερες φορές
σε τρομάζει επειδή την ακούς και τη βλέπεις . Αν τίποτε από τα δύο δεν συμβεί ,
για ένα μικρό χρονικό διάστημα έστω , θα κοιμάσαι ελεύθερος και όχι ήσυχος .
Μπορείς να πάρεις όσα οικονομικά μέτρα θέλεις . Για τις επόμενες μέρες κανείς
δεν θα σου δώσει σημασία. Οι πολίτες σου πλέον ταξιδεύουν . Όταν επιστρέψουν
ελπίζουν να έχεις βάλει μυαλό γιατί αλλιώς θα ξαναφύγουν . Τα δακρυγόνα , το
ξύλο , τα ΜΑΤ και οι στρατιώτες , είναι πλέον άχρηστα . Δεν μπορούν να με βρουν
για να με χτυπήσουν . Και δεν μπορούν να με βρουν επειδή ξέρουν που βρίσκομαι .
Είμαι παντού .
Όλα τα παραπάνω , που εγώ τα ονομάζω βιοπολιτική αποχή , μπορεί να μοιάζουν
με ηλίθιες λέξεις ενός ονειροπόλου . Έτσι είναι . Ακόμα και εγώ που τα γράφω ,
τα διαβάζω ξανά και ξανά και αναρωτιέμαι τι είναι αυτά που λέω ; Αν κλείστε όμως τα μάτια σας και φανταστείτε
μία έρημη από ανθρώπους εξουσία τότε ίσως αναθεωρήσετε την άποψή σας . Η
εξουσία το μόνο που πραγματικά φοβάται είναι το
κενό . Ας γίνει πρώτα όνειρο και μετά ίσως περάσει στη σφαίρα της
πραγματικότητας .Φυσικά , όλες οι ιδέες είναι ευπρόσδεκτες και προφανώς
υπάρχουν καλύτερες . Εγώ περιορίζομαι σε αυτές.
Η αντίληψη που έχουμε για την κοινωνία πρέπει να
αλλάξει . Να πάψει να περιορίζεται εντός του στενού πλαισίου των θεσμών που η
ίδια δημιούργησε , δηλαδή εμείς . Η κοινωνία είμαστε εμείς και μόνο μέσα από
εμάς μπορεί να αλλάξει . Εμείς κάνουμε τους θεσμούς να υπάρχουν και να
πραγματώνονται . Χρειάζεται να κατασκευάσουμε καινούργιους θεσμούς που να μην
μπορεί να επέμβει η εξουσία και να τους αλλάξει . Η εξουσία δεν σε υποχρεώνει
νομικά να δώσεις το παρόν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα . Το κάνει μέσο ενός
συγκεκριμένου τρόπου κοινωνικοποίησης που χρησιμοποιεί με την δική μας
συναίνεση . Η αποχή από κάτι τέτοιο θα ήταν μία μικρή αλλά διόλου ασήμαντη νίκη
. Όσο για τους εργαζόμενους σε αυτά , πιστεύω ότι τίποτε δεν θα γίνει αφού η
αποχή αυτή δεν θα κρατήσει περισσότερο από τρεις μέρες . Άλλωστε , μην ξεχνάμε
ότι και οι ίδιοι σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα πάνε στη δουλειά τους . Απλά ,
το εμπορικό κέντρο δεν θα ανοίξει .
Πρέπει να μεταφέρουμε το φόβο στην εξουσία δείχνοντας
τί είμαστε ικανοί να πετύχουμε όταν το θέλουμε και το αποφασίσουμε . Έχουμε τη
δύναμη . Πρέπει να την προσανατολίσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση . Ο πόλεμος
κατά της φτώχειας για παράδειγμα , δεν κερδίζεται με περισσότερες φιλανθρωπίες
. Χρειάζεται να πολεμήσεις τα αίτια που την γεννούν . Το βασικότερο αίτιο είναι
η ίδια η μορφή αυτού του οικονομικού συστήματος που βασίζεται στην φτώχεια
προκειμένου να αναπαραχθεί .
Αυτές οι ιδέες δεν είναι επαναστατικές , ίσως είναι απλά
διαφορετικές . Δεν διεκδικώ την πατρότητα τους αφού τις έχω ακούσει από πολλούς
πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου . Ας αφήσουμε λοιπόν το σοβαρό και ας πράξουμε
το αστείο. Ο στόχος μου είναι να εξωθήσω τους ανθρώπους στην διαφορετική δράση
, προκαλώντας τις ικανότητές τους , ώστε να «επαναστατικοποιήσουν» την ίδια
τους τη ζωή . Ας δημιουργήσουμε δράσεις που να βιώνονται από τους ίδιους τους
δράστες . Ας πάψουμε πια να είμαστε ένα παθητικό πλήθος . Δεν χρειάζεται να μας
πει η εξουσία μέσω τον συνδικαλιστών της το πότε θα αγωνιστούμε . Παρακάμψτε
τους συνδικαλιστές . Ο ρόλος των ανθρώπων της εξουσίας πρέπει συνεχώς να
μικραίνει και την ίδια στιγμή να μεγαλώνει ο ρόλος των δραστών . Ας γίνουμε
όλοι δράστες . Όσο περισσότεροι είμαστε , τόσο λιγότερους θα συλλαμβάνουν . Ο
φόβος της αποτυχίας θα μεταφερθεί στην ίδια την εξουσία . Ας κάνουμε κατάληψη
στους δρόμους και όταν με το καλό έρθει η αστυνομία ας φωνάξουμε όλοι μαζί : Εγώ είμαι ο δράστης . Έλα να με συλλάβεις .
Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012
Ο φόβος σώζει .
Η σιωπή της κοινωνίας ,
είναι το χαρακτηριστική πρακτική της γενιάς που συμπορεύεται με το μνημόνιο . Μία
μερίδα ανθρώπων έχει επιλέξει ως μορφή δράσης την ακινητοποίηση. Σχήμα οξύμωρο:
δρω διά της ακινητοποίησης . Καθοριστικό αποτέλεσμα της ακινητοποίησής τους
εκτός από της σιωπή είναι και η τυφλή υπακοή. Τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν
ανασταλτικό παράγοντα για όσους θέλουν να δράσουν . Ο τρόπος με τον οποίο δρουν
οι «ακίνητοι» άνθρωποι , δεν είναι άλλος από αυτόν της χρησιμοποίησης των
γραναζιών του φόβου και της αβεβαιότητας , πίσω από τα οποία κρύβονται . Την
εθελοδουλία τους , σκεπάζει ο μανδύας της αβεβαιότητας ενώ η ανικανότητα να
αποφασίσουν για το μέλλον τους σκεπάζεται από το πέπλο του φόβου .
Οι «ακίνητοι» άνθρωποι
αποδέχονται λανθασμένα το τέλος της πολιτικής που τους επέβαλαν υπόρρητα οι
ειδικοί της πολιτικής και οι όποιοι χειραγωγοί τους . Η πολιτική για τον
«ακίνητο» άνθρωπο δεν είναι η μάχη για την ελευθερία αλλά ο αγώνας για την επιστροφή
στην «κοινωνία της αφθονίας» από την οποία προέρχεται , έχει κλειδώσει το
φαντασιακό του και δεν μπορεί ποτέ να απαλλαγεί . Αφού λοιπόν δεν υπάρχουν
πολιτικοί που να μπορούν να πετύχουν την επιστροφή , αποφασίζει να το πετύχει
μόνος του ανακαλύπτοντας και ψηφίζοντας… πολιτικούς . Θέλει να παίξει ένα
καινούργιο παιχνίδι που να είναι εξίσου διεγερτικό με αυτό της επανάστασης αλλά
προς Θεού να μην είναι επανάσταση . Θέλει και την αλλαγή . Η αλήθεια όμως είναι
ότι δεν μπορεί μόνος του να δημιουργήσει αλλαγή επειδή ακριβώς πιστεύει ότι δεν
μπορεί μόνος του να δημιουργήσει τίποτε .
Η αλλαγή που προσπαθούν
να δημιουργήσουν οι «ακίνητοι» , έχει την ικανότητα να δημιουργείται από μόνη
της . Είναι φτιαγμένη ώστε να αυτοδημιουργείται και να αυτοαναπαράγεται. Την
διπλή αυτή δύναμή της , την αντλεί από την ανάγκη των «ακίνητων» ανθρώπων για
απάλειψη της αβεβαιότητας . Η αλλαγή συνεπώς που συντελείται ως προϊόν της
αβεβαιότητας , δεν είναι παρά ένα ομοίωμα μιας προηγούμενης αναγκαστικής
αλλαγής . Στην πραγματικότητα , το είδος της αλλαγής που επιτυγχάνεται είναι
αυτό της επιστροφής σε μία πρότερη και προσωρινή κατάσταση ευφορίας , μέχρι τη
στιγμή που οι άνθρωποι πιέζονται τόσο , όσο να οδηγήσουν ξανά τα πράγματα σε
μία… αλλαγή . Όλες οι αλλαγές οδηγούν πάντοτε σε μία άλλη , αναπόφευκτη
«αλλαγή» και τελικά μαζί με τους εαυτούς τους , οδηγούν και εμάς στο αρχικό σημείο για μιαν επανεκκίνηση . Η
συνεχής επανεκκίνηση από το ίδιο αρχικό σημείο είναι κάτι που δεν μπορούν να
αποφύγουν οι «ακίνητοι» άνθρωποι αφού για τον σκοπό τους χρησιμοποιούν πάντα το
ίδιο μέσο : την αποδοχή της πολιτικής των ειδικών που τους λένε ότι πρέπει να
φτιάξουν «άλλη μία κοινωνία» και όχι «μία
άλλη κοινωνία» .
Πολλές φορές οι
άνθρωποι εξαναγκάζονται(;) στην υπακοή . Ο εξαναγκασμός μέσω του φόβου ,
ακρωτηριάζει τη σκέψη από οποιαδήποτε μορφή αρνητικότητας , αλλά και από όλα τα
αρνητικά χαρακτηριστικά . Ως «αρνητικά» ορίζονται όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά
των ανθρώπων που αντιβαίνουν στα «θέλω» της ηγεμονίας και των ιδιοκτητών της
κοινωνίας . Δεν υπάρχει ζωή ή άλλη κοινωνία έξω από τα καλούπια που δημιουργεί
η εξουσία . Προκειμένου κάτι τέτοιο να γίνει αποδεκτό , δεν πρέπει σε καμία
περίπτωση να επιβληθεί . Πρέπει το άτομο να θέλει να το κάνει . Έτσι ,
χρησιμοποιείται ένα είδος «συνθετικής
επέμβασης» στη σκέψη του. Η επέμβαση δεν είναι μονοδιάστατη όπως πιθανόν
πολλοί να πιστεύουν . Δεν είναι μόνο τα ΜΜΕ που αναλαμβάνουν αυτόν το ρόλο .
Πολλές φορές διαφωνούμε με αυτά και όμως κάνουμε ότι ακριβώς μας λένε .
Ο εξαναγκασμός οδηγεί
τους ανθρώπους σε διαφορετικά μονοπάτια από αυτά της άρνησης των εντολών της
εξουσίας . Αυτό από το οποίο υποστηρίζουν ότι εξαναγκάζονται οι άνθρωποι αυτοί , είναι ένα
πλέγμα υποχρεώσεων το οποίο επικαλούνται προκειμένου να μην γίνουν
αντιδραστικοί απέναντι στην εξουσία . Εργασία , οικογένεια , κοινωνικές
υποχρεώσεις , δάνεια , κλπ . Όλα αυτά παράγουν φόβο , αλλά το χειρότερο είναι
ότι δεν σε αφήνουν ποτέ να ξεφύγεις από την κατάσταση του φοβισμένου . Η
κατάσταση του φοβισμένου οδηγεί στην κατάσταση του «ακίνητου» , του σιωπηλού και
πάντα υποταγμένου υποκειμένου . «Αν χάσω
τώρα τη δουλειά μου δεν θα βρω ποτέ άλλη» . «Έχω να πληρώσω το νοίκι και τα φροντιστήρια των παιδιών μου». «Χρωστάω λεφτά στην τράπεζα , δεν είμαι εγώ
για διαδηλώσεις καταλήψεις και απεργίες» . Οποιαδήποτε άρνηση να
ακολουθήσουν τις εντολές της εξουσίας εξοβελίζεται στο όνομα της προσφοράς της
εξουσίας «κάλιο λίγο και στο χέρι» . Το
«λίγο» όμως γίνεται συνεχώς «λιγότερο» . Λιγότερα χρήματα , λιγότερη ελευθερία
, λιγότερος χρόνος, λιγότερες επιλογές , όλα λειτουργούν μέσα από την αποδοχή
του «λιγότερου» . Η συνεχής και αδιάλειπτη αποδοχή του «λιγότερου» δημιουργεί
ένα πολύ σοβαρό προηγούμενο : αποδυναμώνει τα όποια αισθήματα εξέγερσης και
ταυτόχρονα γενικεύει τα ήθη υποταγής που ανοίγουν το δρόμο για κάθε είδους
συμβιβασμό . Ακόμα και η σωτηρία που περιμένουν πιστεύουν ότι θα έλθει μέσα από
το «λιγότερο» . Η σωτηρία δεν θα έλθει ποτέ .
Η σωτηρία την οποία
προσμένουν , είναι κάτι που προσμένουν απέναντι σε οποιοδήποτε ζήτημα και για
οποιονδήποτε λόγο . Σε αυτή τη ζωή , δύο πράγματα μόνο σώζουν : Ο Θεός και οι
τράπεζες . Την σωτηρία τους , οι ακίνητοι άνθρωποι την θέλουν επειδή υπονοεί
ένα είδος συντήρησης των ήδη υπαρχουσών καταστάσεων . Πιστεύουν ότι έτσι θα
κλείσουν τον κίνδυνο στο μπαούλο και η ζωή τους δεν θα είναι ποτέ πια
επικίνδυνη , μεταβαλλόμενη και ασταθής όπως ακριβώς είναι τώρα . Δυστυχώς όμως
γι’ αυτούς το μόνο σταθερό και αμετάβλητο στην αιωνιότητα είναι ο θάνατος . Η
εξαφάνιση και ο θάνατος είναι μόνιμες καταστάσεις . Έτσι , ευελπιστούν ότι κλείνοντας
στο μπαούλο τον κίνδυνο θα τον εξαφανίσουν .
Οι
«ακίνητοι» αγαπούν την κοινωνική ευταξία που τους παρέχει το πολιτικό σύστημα
και η εξουσία που υπηρετούν . Η κοινωνική ευταξία , τούς κατατάσσει στην τάξη
των «έχω ακόμα λίγα» και με αυτά
πορεύομαι . Είναι η τάξη των προσωρινά
βολεμένων . Η κοινωνική τάξη πλέον δεν ορίζεται από το πόσα χρήματα έχεις ή
βγάζεις , αλλά από το πώς αντιμετωπίζεις το σύστημα . Δεν έχουν «ακόμα» περάσει
στην κατάσταση του φτωχού , και έτσι δεν τους νοιάζει ο φτωχός . «Ας αφανιστούν αν χρειαστεί , εγώ με τα λίγα
μου θα είμαι ασφαλής» . Όσο και να φωνάζουν ενάντια στο σύστημα , ποτέ
δεν το περιφρονούν . Αυτό που περιφρονούν και φοβόνται είναι η κοινωνική αταξία
που μπορεί να υπάρξει αν καταρρεύσει το σύστημά τους . Αυτός είναι ο
πραγματικός τους φόβος τελικά . Μία πιθανή κατάρρευση θα άλλαζε ή θα κατέστρεφε
το μικρό βόλεμά τους . Είναι πάντοτε διατεθειμένοι να αποδεχθούν μία κοινωνία
στην οποία απαγορεύεται η αρνητικότητα . Και το κάνουν . Όμως , ότι δεν μπορεί
να αρνηθεί τον εαυτό του είναι καταδικασμένο στην αβεβαιότητα και στον
μιμητισμό . «Θα κάνω ότι πουν οι άλλοι ,
ότι αποφασίσουν οι άλλοι . Θα δράσω αν το κάνουν και οι άλλοι αφού όμως δω
πρώτα αν με συμφέρει». Αυτός ο τρόπος σκέψης που είναι πολύ διαδεδομένος ,
κινείται μεταξύ βολέματος και φόβου . Είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτο , σε ποιο
πεδίο από τα δύο πατά περισσότερο . Δεν είναι υποχρεωμένοι να «θέλουν» κάτι .
Αρχικά θα προσποιηθούν ότι «θέλουν» μέχρι να δουν αν τα πράγματα βαίνουν προς
το συμφέρον τους . Σε αντίθετη περίπτωση θα επικαλεστούν … φόβο . Είναι η
στιγμή που ο φόβος χρησιμοποιείται ως σανίδα σωτηρίας .
Η αποχή τους από
οποιαδήποτε μορφή δράσης , στοχεύει περισσότερο στο να απαλλαγούν από κάτι παρά
στο να δημιουργήσουν οτιδήποτε . Έμαθαν να λειτουργούν με την πονηρή αποπομπή
του εαυτού τους από την «επικίνδυνη» συλλογικότητα και όχι με την ένταξη σε
αυτή . Αυτούς λοιπόν που επικαλούνται τον φόβο ως σωτήριο μέσο προκειμένου να
μην συμμετέχουν σε πρακτικές που τους χαλάνε το βόλεμα , τους αποκαλώ «νεοραγιάδες»
. Οι πράξεις , τα επιχειρήματα αλλά και τα «αντικειμενικά» τους κριτήρια , τις
περισσότερες φορές πηγάζουν μέσα από την εθελοδουλία τους . Από αυτή τη νέα
μορφή ραγιαδισμού πους τους σπρώχνει στο να απαλλαγούν από οποιαδήποτε ενέργεια
θα τους έφερνε τυχόν αντιμέτωπους με την διεκδίκηση της ελευθερίας τους . Πιστεύουν
ότι η ελευθερία είναι κάτι που τους το έχουν χαρίσει . Δεν γνωρίζουν ότι η
ελευθερία ΔΕΝ χαρίζεται και γι’ αυτό δεν είναι ελεύθεροι . Η ελευθερία δεν
είναι αγαθό που μπορεί να στο χαρίσει κάποιος που αποκαλείται κράτος ,
πρωθυπουργός , αστυνόμος , δάσκαλος , λοχαγός ή εργοδότης . Ελευθερία σημαίνει
να έχεις το δικαίωμα στο να πραγματοποιήσεις το «ανέφικτο» . Στις μέρες μας
όμως «ανέφικτο» είναι η ίδια η ελευθερία!!
Η μη διεκδίκηση της
ελευθερίας , οδηγεί στην παράδοση της αξιοπρέπειας . Αναρωτιέμαι συχνά αν ακόμα
υπάρχει μέσα μας ένα μικρό ίχνος της . Πιστεύω ότι η αξιοπρέπεια και η
ελευθερία είναι δύο έννοιες που συμπορεύονται . Δεν ξέρω . Δεν είμαι φιλόσοφος
και δεν προσπαθώ τώρα να λύσω το ζήτημα αυτό . Αυτό που θέλω να πω είναι ότι
χάσαμε τελικά την αξιοπρέπειά μας όπως ακριβώς χάσαμε και την ελευθερία μας .
Σιγά-σιγά και λίγο-λίγο μας τα αφαίρεσαν και τα δύο . Ένα κομμάτι το αφήσαμε
στα καταστήματα κινητής τηλεφωνίας . Ένα
άλλο στα must
τριήμερα
. Άλλοι στη Μύκονο και άλλοι στα χωριά τους μιας και δεν είμαστε όλοι ίδιοι
αλλά κυρίως δεν είμαστε ίσοι . Είπαμε να σκύψουμε λίγο το κεφάλι και να
δουλέψουμε περισσότερο προκειμένου να πείσουμε το αφεντικό να μας δώσει κανένα
ψίχουλο παραπάνω , μιας και θέλουμε να αγοράσουμε ένα αυτοκινητάκι που να χωρά
ολόκληρη την οικογένεια μαζί με τα μπαγκάζια της . Να κάνουμε καμιά κομπίνα
παραπάνω για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε ένα Cayenne , και δεν πειράζει που
έχουμε ακόμα το νύχι του μικρού μας δακτύλου τέσσερα εκατοστά μακρύ , ούτε το
ότι τρώμε με τα χέρια και φτύνουμε τα κόκαλα . «Έχω άκρη , άρα είμαι ελεύθερος» είναι μία από τις ενδόμυχες
σκέψεις του «νεοραγιά». Για αυτόν η αξιοπρέπεια και η ελευθερία είναι έννοιες
ασύμβατες . Πάνω απ’ όλα βάζουν το συμφέρον τους . Τα υπόλοιπα έπονται .
Είναι χαρακτηριστική η
ευκολία με την οποία οι νεοραγιάδες αφήνονται να ξελογιαστούν από τα χρήματα ή
τις υποσχέσεις των ειδικών . Αρκετούς από αυτούς θα μπορούσαμε να τους
χαρακτηρίσουμε «πωρωμένα καθάρματα του βολέματος» αλλά όχι όλους . Οι
περισσότεροι είναι ένα σύνολο μισοκακόμοιρων ασυνείδητων που είναι πρόθυμοι ανά
πάσα στιγμή να διαφθαρούν με λίγο εύκολο χρήμα ή με μία εύκολη υπόσχεση που
νομίζουν ότι αν πραγματοποιηθεί θα αλλάξει τη ζωή τους . Αυτό που απασχολεί το νεοραγιά τούτες τις
ευλογημένες μέρες είναι μόνο το πώς θα πληρώσει λιγότερους φόρους . Το αν θα
μπορέσει κάποιος να τον αποδεσμεύσει από τα «δεσμά του μνημονίου» . «Με αυτό το πλευρό να κοιμάσαι»
σκέφτεται η εξουσία του . «Εδώ κάναμε
τόσο κόπο να σε χώσουμε στο μνημόνιο και τώρα μου ζητάς να σε αποδεσμεύσω ,
ηλίθιο υποκείμενο ;Ψήφησέ με και θα δούμε.» Μεγάλο πράγμα η πίστη.
Οι νεοραγιάδες τελικά πήγαν όχι μία , αλλά δύο
φορές και ψήφησαν . Θέλησαν να εκλέξουν κυβέρνηση προκειμένου να μην
αισθάνονται ακυβέρνητοι δηλαδή ανίκανοι να εκφέρουν άποψη δική τους . Βέβαια ,
πρέπει να παραδεχθώ ότι είναι πολλοί , πάρα πολλοί . Αποτελούν το πενήντα τοις
εκατό (50%) του εκλογικού σώματος , νούμερο διόλου ευκαταφρόνητο . Έτσι μας
έδωσαν να καταλάβουμε γιατί η κοινωνία είναι τελικά τόσο σιωπηλή . Τώρα πλέον
έχουν την ευθύνη της πράξης τους . Θα καθίσουν υπομονετικά στην ξαπλώστρα δίπλα
από το κύμα και θα κάνουν κριτική σε αυτούς που εξέλεξαν . Ξέχασαν προσωρινά
ότι αυτοί που εξέλεξαν είναι οι ίδιοι που τους έφεραν σε αυτήν εδώ την
κατάσταση . Θα το θυμηθούν πάλι όταν έρθουν με το καλό τα χαρτιά της εφορίας ή
όταν θα μείνουν χωρίς δουλειά . Οι υπεύθυνοι για την αναδιαπραγμάτευση του
μνημονίου (εδώ γελάνε) είναι οι ίδιοι που κατασκεύασαν το μνημόνιο . Δεν έχει
σημασία όμως γιατί αν συμβεί οτιδήποτε θα κάνουμε πάλι εκλογές . Πάλι θα
ψηφήσουν επικαλούμενοι το φόβο . Είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί που έδωσαν την
ψήφο τους στα μνημονιακά κόμματα κάτι περιμένουν να κερδίσουν . Δεν είναι
δυνατόν να πιστεύουν ότι ο Αντωνάκης ο Σίγμα και ο Βαγγελάκης ο Βήτα μαζί με
τον απίθανο Κουβέλη και αυτόν τον ανεκδιήγητο Ψαριανό , ενδιαφέρονται για τους
φτωχούς , τους άστεγους , τους ανθρώπους χωρίς φάρμακα , τα σχολεία που δεν
έχουν βιβλία κλπ . Αυτοί ενδιαφέρονται μόνο για την καρέκλα τους . Αυτό το
ξέρουν πλέον και οι πέτρες . Άρα, ο νεοραγιάς ψηφοφόρος είναι και αυτός μία από
τα ίδια αφού από τη στιγμή που υποστηρίζει κάποιον και τον ψηφίζει , συμφωνεί
με τις πρακτικές του και τα πιστεύω του .
Ίσως το κείμενο να
είναι λίγο επιθετικό απέναντι σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Από την άλλη
όμως , πιστεύω ότι είναι καιρός να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους . Όταν
έγραψα δύο κείμενα για την αποχή από τις εκλογές και την ανάγκη να υπάρξει
αλλαγή πολιτεύματος ή εκλογικού συστήματος έστω , δέχθηκα από σκληρή κριτική με
σαφή επιχειρήματα υπέρ της ψήφου , που είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη έως χλευασμό
που είναι απαράδεκτος ειδικά από όσους μου δίνουν την εντύπωση , με αυτά που γράφουν , ότι δεν έχουν ανοίξει
ούτε ένα βιβλίο , ποτέ στη ζωή τους , δηλαδή από κλασικούς νεοραγιάδες . Όχι
βέβαια ότι εγώ είμαι κανένας μορφωμένος . Απλώς , εγώ γνωρίζω ότι δεν είμαι
μορφωμένος και πριν κάνω κριτική σε κάποιο κείμενο , φροντίζω κατ’ αρχήν να το
διαβάσω ολόκληρο και έπειτα να εκφέρω γνώμη, μόνον όταν είμαι σίγουρος ότι έχω
καταλάβει τι θέλει να πει ο εκάστοτε συντάκτης . Τα κείμενα εκείνα , τα έγραψα
γιατί πίστευα και πιστεύω ότι με τις εκλογές δεν αλλάζει τίποτε . Ποτέ με
εκλογές δεν έχει αλλάξει κάτι , πουθενά . Τελικά δυστυχώς αυτό έγινε . Ήρθαμε
πάλι στο αρχικό σημείο , σε νέα «αλλαγή» αλλά χωρίς αλλαγή θεσμών . Οι νεοραγιάδες
είναι το μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που αποτελεί εμπόδιο για οποιαδήποτε
αλλαγή θεσμών . Επικαλούνται συνεχώς τον φόβο προκειμένου να μην αλλάξει τίποτε
. Και εγώ φοβάμαι . Δεν φοβάμαι όμως μήπως χάσω το βόλεμά μου . Φοβάμαι μήπως
αυτά που προτείνω ή αυτά που υποστηρίζω προξενήσουν κακό στους γύρω μου . Αυτό
είναι τελείως διαφορετικό είδος φόβου .
Τελικά , ο φόβος σώζει
;
(Το παρόν κείμενο
γράφτηκε πριν τις δεύτερες εκλογές αλλά για τεχνικούς λόγους δημοσιεύεται τώρα
.)
Κυριακή 22 Απριλίου 2012
Αποχή : H δική μου παράκαμψη.
Είναι κάποιες στιγμές
που έχω την αίσθηση ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Ένας λαός που ξεχνά
τόσο γρήγορα , όσο γρήγορα θυμάται όταν τον συμφέρει . Βλέπω στην TV όλους αυτούς που πηγαίνουν και
χειροκροτούν τους «βιαστές»
τους . Βλέπω ακόμα να υπάρχουν μέσω των ΜΜΕ κάτι τύποι σαν
τον Σαμαρά ή τον Βενιζέλο . Βλέπω ένα «λαό» να ασχολείται ακόμα με το «τί» θα
ψηφίσει . Έναν «λαό» που μυαλό δεν βάζει . Έναν «λαό» που αφού δεν μπορεί να
βρει μία καινούργια ιδέα , ένα καινούργιο πρόταγμα , μοιάζει να επιστρέφει
ψυχαναγκαστικά στις βεβαιότητες που τον καταδίκασαν στη στέρηση των όποιων
δικαιωμάτων είχε . Ένας «λαός» που επειδή αδυνατεί να γεννήσει μία καινούργια
ιστορία , επαναφέρει μέσα από το μπαούλο του την ίδια , παλιότερη ιστορία ,
προκειμένου να επιβεβαιώσει την ύπαρξή
του .
Μία κοινωνία που οι
εξουσιαστές , τους οποίους η ίδια επέλεξε μέσα από ένα σύστημα που δεν της
επιτρέπει κάτι άλλο , την εξαφάνισαν πολιτικά .Τώρα προσπαθεί μέσω του ίδιου
συστήματος , των εκλογών , να αποδείξει στον εαυτό της , ότι μπορεί ακόμα να
σκέφτεται προκειμένου να φτιάξει μία νέα πραγματικότητα . Όλη της η
πραγματικότητα όμως περνά μέσα από τα φίλτρα των ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων και
των συμβάντων των τελευταίων τριών ετών που της έκαναν το καλό να ξυπνήσει
πολιτικά για λίγο και να …αλλάξει πλευρό. Κάτι είναι και αυτό . Αδυνατεί να
κατανοήσει όσα έχουν συμβεί , ίσως ζαλισμένη από τα απανωτά «σοκ» , αν δεχθούμε
τη σωστή κατά την γνώμη μου θεωρία της Ναόμι Κλέϊν , ίσως όμως και εξαιτίας της
ανυπαρξίας των απαιτούμενων νοητικών εργαλείων για μια τέτοιου είδους κατανόηση
. Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να κοιτάξει μπροστά , τί θα κάνουν αυτοί που
πρόκειται να εκλέξει; Γιατί θα τους εκλέξει . Αυτό είναι το σίγουρο.
Τι ακριβώς συμβαίνει ;
Μήπως βιώνουμε μία κατάσταση διαρκούς επανάληψης ; Είμαστε υποχρεωμένοι να
παίξουμε ξανά το ίδιο έργο , αφού όποιο σενάριο και να σκεφτούμε έχει ήδη
υλοποιηθεί . Αυτή την περίοδο βιώνουμε μία απροσδιόριστη αναπαραγωγή ιδανικών ,
ονείρων ή ιδεολογιών που υπήρχαν πάντοτε πίσω μας αλλά πρέπει εμείς να τα αναπαράγουμε τώρα . Και αυτό κάνουμε .
Μόνο που τώρα δεν τολμάμε να το κάνουμε παντελώς αδιάφορα , όπως στο παρελθόν.
Αυτό που ζητάμε είναι πάλι …η απελευθέρωση
μέσω της ιδέας των εκλογών . Μία απελευθέρωση όμως που είναι σίγουρο ότι θα
χαθεί αμέσως μόλις κλείσουν οι κάλπες , όπως ακριβώς έχει γίνει όλες τις προηγούμενες
φορές.
Πολύ συχνά , όταν η ιδέα χάνει την πραγματική της
έννοια , την αξία της , την ουσία της ή τον σκοπό της , εισέρχεται σε μία φάση
επ’ άπειρον αυτοαναπαραγωγής . Τα πράγματα εξακολουθούν να λειτουργούν παρόλο
που η ιδέα τους έχει εκλείψει . Εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα σε μία πλήρη
αδιαφορία για το ίδιο τους το περιεχόμενο . Έτσι , ενώ η ιδέα του «πολιτικού»
έχει εκλείψει εδώ και χρόνια με πλήρη ευθύνη των πολιτικών και των συνενόχων
τους ΜΜΕ , η πολιτική συνεχίζεται κομίζοντας μία πλήρη αδιαφορία όχι μόνο για
το ίδιο της το διακύβευμα , αλλά για το αν η ίδια έχει κάποιο διακύβευμα . Όταν
το κάθε τι είναι πολιτικό , τίποτε δεν είναι πολιτικό , η ίδια η λέξη δεν έχει
πια νόημα . Η ιδέα των εκλογών έχει μεγάλη σημασία όταν αυτές γίνονται σε ένα
δημοκρατικό καθεστώς . Αντίθετα , σε ένα ολιγαρχικό καθεστώς όπως αυτό που
υπάρχει σήμερα , οι εκλογές χάνουν το νόημά τους . Χρησιμοποιούνται ως μία
διαδικασία κατευνασμού
της οργής των ανθρώπων και συγκάλυψης της ευθύνης όλων . Πολιτικών και
«πολιτών» .
Τίποτε ουσιαστικό δεν
γίνεται κατανοητό , επειδή σημαντικότατες έννοιες όπως της ευθύνης ή
της αντικειμενικής αιτίας , έχουν εντελώς εξαφανιστεί . Τα ΜΜΕ φρόντισαν και
γι’ αυτό . Αντιστρέφουν εντέχνως τις θέσεις του θύματος και του δήμιου . Οι
εκλογές θα τοποθετήσουν το λαό στη θέση του δήμιου των πολιτικών , αλλά…
εικονικά . Αυτό ακριβώς κάνουν τώρα . Προσπαθούν να πείσουν ότι οι άνθρωποι
έχουν δικαίωμα στην επιλογή αφού υπάρχουν «πολλές» επιλογές . Είναι όμως οι
δικές τους προκατασκευασμένες επιλογές , γεννημένες από τα σπλάχνα του ίδιου
συστήματος . Προσπαθούν να αλλάξουν την εικόνα των πολιτικών για να
απομακρύνουν την πραγματικότητα των αποτελεσμάτων της πολιτικής τους . Ο «λαός»
θα γίνει δήμιος του εαυτού του , μέσω της «συλλογικής ευθύνης» . Μετά , ποιος
θα δώσει αμνηστεία σε ποιον και ποιος θα καταδικάσει ποιον , όταν όλος ο «λαός»
είναι ένοχος ; Η ευθύνη θα φύγει από τους πραγματικά υπεύθυνους και θα έλθει
στα κεφάλια των ανθρώπων που ψήφησαν . Εδώ υπάρχει ένα μικρό κόλπο που θέλουν
να κάνουν μέσω των εκλογών : όσο
περισσότερο παύει να υπάρχει η ευθύνη, τόσο περισσότερο τείνει στο να μην
υπήρξε ποτέ!!Όσο περισσότερο τους επιτρέπουμε να λένε ότι έπραξαν το
καθήκον τους , τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε μετά από δέκα χρόνια να βρεθούμε
ως «λαός» υπόλογοι όχι μόνο στους ίδιους μας τους εαυτούς , αλλά στα ίδια τα
παιδιά μας , αφού εμείς θα έχουμε επικροτήσει αυτά που έγιναν αλλά και αυτά που
θα γίνουν . Αδιαφορώντας για τη μνήμη , αδιαφορούμε και για την ιστορία ,
ξεχνώντας ότι ιστορία δεν είναι μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον .
Ίσως έλθει μία μέρα που
θα αναρωτηθούμε αν όντως είχε ευθύνη ο Παπανδρέου ή ο Παπακωνσταντίνου . Δεν θα
μπορούμε να εντοπίσουμε τον υπεύθυνο γιατί δεν υπάρχει υπεύθυνος . Υπεύθυνο
είναι το «σύστημα» που γεννά τέτοιους ανθρώπους . Είναι άχρηστο να καταδικάσεις
έναν δύο ή δέκα από αυτούς , τη στιγμή που με την ψήφο σου αναπαράγεις το
σύστημα που τους εξέθρεψε . Μην ξεχνάμε ότι πριν από τριάντα χρόνια περίπου
καταδικάσαμε τους υπεύθυνους της χούντας και σήμερα ζούμε μία χούντα ξανά .Το
έγκλημα που έκαναν πέρασε στο επίπεδο του μύθου γιατί εντέχνως δόθηκε τέλος στην ιστορική του πραγματικότητα .
Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν
ότι τίποτε δεν έγινε στο Πολυτεχνείο και ότι όλα αυτά είναι δημιουργήματα της
φαντασίας της αριστεράς . Το πραγματικό νόημα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου
χάθηκε μέσα στον λαβύρινθο των αποτυχιών της γενιάς του , σε όλα τα επίπεδα .
Ο νεοφιλελευθερισμός
είναι επικίνδυνος από μόνος του . Περισσότερο επικίνδυνη όμως είναι η
παθολογική αναπαραγωγή ενός καταστροφικού παρελθόντος . Η συμμετοχή σε αυτή τη
διαδικασία μέσω της ψήφου , σε καθιστά ενεργό συντελεστή και οιονεί συνένοχο . Από
την άλλη πλευρά , η άρνηση είναι το εύκολο . Αυτός είναι και ο λόγος που τόσοι
πολλοί στέκονται απέναντι από την κυβέρνηση και το μνημόνιο . Η άρνηση από μόνη
της μπορεί να ενώσει , και ενώνει μέσω της «αρνητικής ψήφου». Μπορείς σήμερα να
συναντήσεις στα ίδια κόμματα από αριστερούς πατριδοκάπηλους μέχρι ακροδεξιούς αντικομουνιστές
. Όλους αυτούς τους ενώνει μία αδιαφοροποίητη δύναμη της άρνησης. Μπορούν να
αρνηθούν τα πάντα . Κυρίως όμως μπορούν να απορρίψουν οποιοδήποτε πρόταγμα τους
ξεπερνά . Αυτός είναι και ο λόγος που απορρίπτουν την αποχή. Συνειδητή αποχή
από τις εκλογές δεν σημαίνει αποχή από την πολιτική αλλά ούτε και αδιαφορία για
ό,τι συμβαίνει . Το αντίθετο . Σήμερα , η άρνηση είναι καθορισμένη , το
πρόταγμα όχι . Η συνειδητή αποχή αποτελεί κομμάτι της «βιοπολιτικής» αποχής . Η
«βιοπολιτική» αποχή ή «κοινωνική» αποχή , είναι ένα είδος διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια
του οποίου οι συμμετέχοντες απέχουν από όλες αυτές τις πρακτικές που δίνουν ζωή
σε αυτό το είδος κοινωνίας . Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας τώρα .
Δεν είναι λύση το να
δώσει κάποιος την ψήφο του στην αριστερά ή σε κάποιο μικρό κόμμα προκειμένου να
μην πάρουν αυτοδυναμία τα δύο αστικά «μικρομέγαλα» πλέον κόμματα . Η αριστερά
με τα κόμματά της , στήριξε το μνημόνιο . Μιλώ βέβαια για τις ηγεσίες των
κομμάτων της αριστεράς και όχι για τους οπαδούς τους . Το έκανε έμμεσα , από τη στιγμή που στο
πρώτο κιόλας μνημόνιο δεν αποχώρησε από τη βουλή καταγγέλλοντας τήν τότε
διαδικασία και την κατάλυση του Συντάγματος . Κανένα αριστερό κόμμα δεν
κινήθηκε εναντίον του υπάρχοντος διαδικαστικού επί της ουσίας . Είναι άλλο
πράγμα το «καταγγέλλω» και άλλο πράγμα το «στηρίζω την καταγγελία μου με
πράξεις» . Μπορεί ο Τσίπρας να αποκαλούσε τον Βενιζέλο «Συνταγματάρχη» , αλλά
όχι μόνο δεν έφυγε ποτέ από τη βουλή αλλά πήγε να συγχαρεί και τον Παππαδήμο
όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία αναγνωρίζοντας μία διορισμένη
κυβέρνηση . Γιατί δεν αποχώρησαν ποτέ από την βουλή τα κόμματα της αριστεράς ,
αφού η κυβέρνηση λειτουργούσε ως «χούντα» , όπως έλεγαν και οι ίδιοι ; Επειδή
τα σημερινά αριστερά κόμματα , ζουν και τρέφονται από τον
νεοφιλελευθερισμό!!Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαν . Και δεν θα υπήρχαν επειδή
αδυνατούν να συλλάβουν και να παρουσιάσουν στους ανθρώπους μία «άλλη» κοινωνία
. Οι μισή αριστερά είναι προσκολλημένη σε ένα αποτυχημένο μοντέλο και η άλλη
μισή παλεύει για έναν «ανθρώπινο καπιταλισμό» . («Ανθρώπινος
καπιταλισμός» : Εδώ μπορείς να γελάσεις)
Η βασική ικανότητα του
νέου Έλληνα είναι η μεταβίβαση ευθηνών δικαιολογώντας πάντοτε πρωτίστως τον
εαυτό του . Αυτό που χρειάζεται από εδώ και μπρος είναι ο «εσωτερικός διάλογος»
. Ένας διάλογος που πρέπει καθένας από εμάς να κάνει με τον εαυτό του. Είναι
αναγκαίο να πάψουν οι πρόχειρες και βολικές απαντήσεις . Τη θέση τους πρέπει να
πάρουν οι δύσκολες και άβολες ερωτήσεις .
Τί δημοκρατία θέλουμε ; Τη δημοκρατία του πεζοδρομίου , όπου το δίκιο της συντεχνίας
είναι δίκιο του κράτους και επιβάλλεται διά των κομμάτων; Θέλουμε η ελευθερία
να μας παρέχεται ως κοινωνικό αγαθό ή πρέπει να κερδίζεται μέσα από την
ατέρμονη προσπάθεια για αυτονομία ; Θέλουμε μία πολιτική της παροχής ασφάλειας
και του «εύ ζήν» ή το δικαίωμα στη συμμετοχή για τη δημιουργία ή την ακύρωση
των θεσμών ;
Αυτά είναι κάποια από
τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν ταυτόχρονα από «πολίτες» και πολιτικούς .
Δεν είναι καινούργια . Το γνωρίζω καλά αυτό , όπως το γνωρίζουμε όλοι μας .
Γιατί όμως δεν τα έχουμε απαντήσει εδώ και τόσα χρόνια ; Επειδή μπροστά από τις
απαντήσεις ορθώνεται το τείχος του συμφέροντος . Οι πολιτικοί και οι
κατασκευασμένοι «πολίτες» τους , ενώνονται με την πιο δυνατή κόλλα που εντέχνως
ονομάζεται σχέση …πελατειακή . Στην πραγματική δημοκρατία δεν υπάρχει κανενός
είδους σχέση μεταξύ πολιτικού και πολίτη . Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει
«πολιτικός» , υπάρχει μόνο Πολίτης . Ο διαχωρισμός αυτός είναι εφεύρημα των
σύγχρονων κοινωνιών , προκειμένου να μπορεί η εξουσία εντέχνως να αποκλείει από
όλες τις σημαντικές αποφάσεις το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.
Έτσι , προκειμένου να αποφύγει τις συγκρούσεις , έδωσε την ονομασία «πολίτης»
σε όλους αυτούς που άφησε έξω από τις «δημοκρατικές διαδικασίες» . «Πολίτη» ονομάζουν
τον βιομήχανο που στηρίζει και στηρίζεται από τα κόμματα , αλλά «Πολίτης»
ονομάζεται και ο άστεγος που
ζει και κοιμάται κάτω από γέφυρες . Και οι δύο έχουν τα ίδια «δημοκρατικά
δικαιώματα» . Ο βιομήχανος αν θέλει μπορεί να κοιμηθεί κάτω από τη γέφυρα .
Είναι «δημοκρατικό δικαίωμα» . Μία αξιακά κατεστραμμένη κοινωνία θα στηρίξει
ένα αξιακά κατεστραμμένο πολιτικό σύστημα και αντίστροφα .
Επίλογος.
Γεννήθηκα , μεγάλωσα
και συνεχίζω να ζω σε μία κοινωνία που η εξουσία της , με παρέκαμπτε
πάντοτε όταν επρόκειτο να πάρει μία απόφαση για τη ζωή , τη δική μου. Το μοναδικό δικαίωμα που μου παρέχει είναι το να
αποφασίσω ποιος θέλω να με κυβερνήσει . Έ, λοιπόν , αποφάσισα ότι δεν θέλω να
με κυβερνά κανείς . Για άλλη μία φορά θα παρακάμψω εγώ το σύστημα . Πιστεύω ότι
οι άνθρωποι μπορούν μόνοι τους να αυτοκυβερνηθούν και να λύσουν τα προβλήματα
μέσω της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης . Αυτό ίσως είναι ένα όνειρο για
κάποιους , μια ουτοπία . Ακόμα όμως και όταν δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις
ένα όνειρο δεν σημαίνει ότι πρέπει να το παρατήσεις . Αισθάνομαι ότι έχω υποχρέωση
να παρακάμψω αυτό το καραγκιοζιλίκι που ονομάζεται «εκλογές» . Κάποτε το έκανα
γιατί ήμουν ηλίθιος και πίστευα ότι το να ασχολείσαι με την πολιτική ήταν
χάσιμο χρόνου . Αυτό με είχαν μάθει .Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια το κάνω επειδή
έμαθα την άμεση δημοκρατία και έκτοτε πιστεύω σε αυτή . Θεωρώ ότι πριν από οποιεσδήποτε
εκλογές προέχει το να ζητήσουμε να αλλάξει το Σύνταγμα. Αν η μεγάλη πλειονότητα
των ψηφοφόρων αυτής εδώ της χώρας δεν πάει να ψηφήσει , ζητώντας ταυτόχρονα
αλλαγή του Συντάγματος , θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να σταθεί οποιαδήποτε
κυβέρνηση έχοντας ως νομιμοποίηση τις ψήφους των λίγων κομματόσκυλων .
Γνωρίζω ότι η άποψή μου
δεν έχει καμία βαρύτητα και ότι αυτό το κείμενο θα περάσει απαρατήρητο όπως και
τόσα άλλα . Δεν ονομάζομαι Μάϊκλ Άλμπερτ , ούτε Νόαμ Τσόμσκι , ούτε Ζίγκμουντ
Μπάουμαν , ούτε τίποτε από αυτά . Αν είχα κάποιο από αυτά τα ονόματα , οι απόψεις
μου θα εκλαμβάνονταν διαφορετικά . Όμως
δεν γράφω το κείμενο για να πείσω και άλλους να μην πάνε να ψηφήσουν . Το γράφω
για να έχω μία απόδειξη απέναντι στο παιδί μου πρώτα , στον εαυτό μου έπειτα αλλά και απέναντι σε όλους ,
ότι ακόμα και σε μία δύσκολη περίοδο για την κοινωνία και τους ανθρώπους της ,
αποφάσισα να παραμείνω πιστός στις αρχές και τα ιδεώδη της άμεσης δημοκρατίας ,
της μοναδικής δημοκρατίας . Δεν μπορώ να στηρίξω ένα σύστημα που ζει από τη
φτώχεια , την ανισότητα και τον κοινωνικό αποκλεισμό των ανθρώπων που
υποτίθεται ότι προστατεύει . Δεν μπορώ να στηρίξω ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα
που έχει τον πόλεμο , την πείνα και τις δολοφονίες αθώων ανθρώπων ως βασικό
μέσο ανάπτυξης και πλουτισμού μερικών προνομιούχων. Δεν μπορώ να στηρίξω ένα
σύστημα που επιτρέπει σε μερικές οικογένειες να εξουσιάζουν έναν ολόκληρο πληθυσμό
. Δεν μπορώ να στηρίξω ένα σύστημα που το μόνο που μου επιτρέπει είναι το να
αποφασίζω ποιος θα αποφασίζει για μένα . Ένα σύστημα που με κοροϊδεύει , λέγοντάς
μου ότι ενώ δεν καταλαβαίνω από πολιτική , μπορώ να καταλάβω ποιος καταλαβαίνει
και… να τον ψηφήσω .
Όσο και αν φανεί
παράξενο , μέσα μου εύχομαι να κάνω λάθος . Εύχομαι να κάνουν λάθος όλοι όσοι
συνειδητά δεν θα πάνε να ψηφήσουν . Αυτό που επιζητώ , είναι η δημιουργία μιας
αυτόνομης κοινωνίας . Αν κάτι τέτοιο μπορεί να έρθει μέσα από εκλογές , καλώς
να ορίσει και θα το στηρίξω με όλες μου τις δυνάμεις . Ποτέ μου δεν διεκδίκησα
το «αλάθητο» και ούτε έχω σκοπό να το κάνω . Ως τότε όμως , θα πορεύομαι
έχοντας ως οδηγώ μου τη φράση του Κορνήλιου Καστοριάδη : "Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για
την ιστορία του"
Ετικέτες
αναρχία,
αντίσταση,
ανυπακοή,
αποκλεισμός,
αυτονομία,
Γνώμες,
κοινωγιολογία,
κοινωνία,
πολιτική
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
Εργασία : Πυλώνας της αντιπροσώπευσης
Η βιοποριστική εργασία αποτελεί θεμελιώδη αξία στη σύγχρονη κοινωνία , σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να καθορίζει όχι μόνο τη ζωή αυτών που εργάζονται αλλά και αυτών που δεν εργάζονται . Ο ρυθμός της ζωής της εργάσιμης ημέρας έχει μεταμορφώσει σταδιακά όλους τους κοινωνικούς θεσμούς , όπως το σχολείο , την οικογένεια ή τον στρατό . Ζούμε σε μια κοινωνία που οι σχέσεις εργασίας ορίζονται από τρία βασικά σημεία : ευελιξία , κινητικότητα , επισφάλεια . Ευελιξία γιατί πρέπει οι εργαζόμενοι να προσαρμόζονται εύκολα και συνεχώς σε νέα καθήκοντα . Κινητικότητα γιατί πρέπει να αλλάζουν συνέχεια εργασία και επισφάλεια γιατί δεν υπάρχουν πλέον συμβάσεις που να εγγυώνται σταθερή και μακροχρόνια εργασία . Η εργάσιμη ημέρα στο σύνολό της ορίζεται χρονικά από μία απροσδιόριστη διαίρεση μεταξύ του εργάσιμου και του μη εργάσιμου χρόνου . Με δεδομένη πλέον την κατάργηση του οκταώρου , ένας εργάτης χρειάζεται πολύ περισσότερες ώρες να αφιερώσει στο χρόνο της εργασίας του συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου μετακίνησης . Από την άλλη μεριά , βρίσκονται οι εργαζόμενοι στην «άυλη εργασία» . Εδώ δεν έχουμε να παράγουμε ένα «πράγμα» , αλλά πρέπει να παράγουμε γνώση , επικοινωνία , πληροφορία , συναισθήματα κλπ. Η δημιουργία μιας ιδέας για μια διαφημιστική καμπάνια είναι κάτι που απασχολεί τους παραγωγούς της εικοσιτέσσερις ώρες την ημέρα με αποτέλεσμα ο πραγματικός χρόνος εργασίας να επεκτείνεται πολύ πέρα από το όποιο ωράριο . Ακόμα και στη γεωργία μπορούμε να δούμε πως οι άνθρωποι αναγκάζονται να δουλέψουν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου , προκειμένου να προλάβουν . Να προλάβουν τι ; Όλοι θέλουν να «προλάβουν» και μπαίνουν σε έναν ασταμάτητο αγώνα δρόμου , που η γραμμή του τερματισμού μετακινείται συνεχώς μπροστά , όσο πλησιάζει ο δρομέας . Πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε με διαφορετικό τρόπο τον «χρόνο» εργασίας μας .
«Η δε βελτίστη πόλις ου ποιήσει βάναυσον πολίτην». (Αριστοτέλης , Πολιτικά , βιβλίο Γ΄, κεφ. 5 , 1278a, 8) Η μετάφραση της πρότασης αυτής είναι απλή : «η άριστη πόλη δεν θα δώσει το δικαίωμα του πολίτη στον “εργάτη”» . Μήπως ο Αριστοτέλης ήθελε να αποκλείσει τους εργάτες από το δικαίωμα του πολίτη ; Όχι βέβαια . Το συμπέρασμα αυτό μπορεί κάποιος να το εξαγάγει μόνο αν απομονώσει τη φράση αυτή από το υπόλοιπο κείμενο . Από τον ίδιο πληροφορούμαστε τον ορισμό του άριστου πολίτη στο κεφ. 13 του τρίτου βιβλίου των Πολιτικών : «ο δυνάμενος και προαιρούμενος άρχεσθαι και άρχειν προς τον βίον τον κατ’ αρετήν» . Μας λέει δηλαδή με απλά λόγια ότι πολίτη ονομάζουμε αυτόν που έχει τη δυνατότητα να κυβερνά και να κυβερνιέται . Ταυτόχρονα η πολιτική δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο στην περίπτωση που η διακυβέρνηση εφαρμόζεται ανάμεσα σε ελεύθερους και ίσους , συνεπώς δεν χωρά καμία διάκριση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων . «Η δε πολιτική ελευθέρων και ίσων αρχή» (Α΄ βιβλίο , 7ο κεφ. , 1255b , 21). Ακόμα και αν χρειαστεί σε ένα πρώτο στάδιο κάποιος να είναι κυβερνώμενος , αυτό γίνεται για να μάθει στη συνέχεια να κυβερνά, να μπορεί να συμμετέχει σε αυτήν την εναλλάξ διαδικασία . Όταν όμως ένας άνθρωπος είναι απόλυτα υποδουλωμένος στις βιοτικές του ανάγκες , σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ίσος ή ελεύθερος σε σχέση με κάποιον που δεν έχει βιοποριστικό πρόβλημα . Αυτό ακριβώς είναι που οι κατέχοντες την εξουσία , γνωρίζουν πολύ καλά .
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι εργάτες –και όχι οι εργάτριες- απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου μόλις τον 19ο αιώνα . Υπήρχαν δε , πάρα πολλές αντιδράσεις για το αν έπρεπε να έχουν αυτό το δικαίωμα οι «αγράμματοι» , οι φτωχοί , ή ο «λαός» , από πολλούς «πεφωτισμένους» φιλόσοφους και «διανοητές» . Στις σύγχρονες κοινωνίες , οι «αγορές» , δεν ενδιαφέρονται για την εργασία καθεαυτή , αλλά για την διατήρηση της εξουσίας και του ελέγχου μέσω αυτής . Ενδιαφέρονται για το «σύστημα» με το οποίο μπορούν να ελέγξουν την εργασία και κατ’ επέκταση το άτομο σε όλες τις πτυχές της ζωής του , δηλαδή να το ελέγξουν «βιοπολιτικά» . Ο έλεγχος αυτός , μετατρέπεται σε πειθαρχικό έλεγχο , εξαιτίας των πολύ λεπτών μηχανισμών ελέγχου όπως η παρατήρηση , τα συστήματα καταγραφής , ή η παρακολούθηση . Διαμορφώνεται με αυτόν τον τρόπο ένας μηχανισμός εξουσίας που θέλει να ελέγχει κατά κύριο λόγο τα άτομα και όχι την παραγωγή . Στόχος του , είναι να αποσπά από αυτά περισσότερο χρόνο και εργασία και όχι παραγωγή πλούτου. Ο χρόνος της ημέρας πρέπει να εξαντλείται αφιερωμένος στην εργασία και μαζί με αυτόν να εξαντλείται σωματικά και διανοητικά και ο ίδιος ο εργαζόμενος . Η παραγωγή πλούτου στις σύγχρονες κοινωνίες δεν χρειάζεται τόσο τους εργαζόμενους όσο πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια . Οικονομική πρόοδος σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας , ενώ τεχνολογική πρόοδος σημαίνει αντικατάσταση όσο το δυνατόν περισσότερων εργαζόμενων από «σκεπτόμενα» λογισμικά .
Η προγραμματισμένη απασχόληση διέπεται από τρεις σημαντικές μεθόδους : τον καθορισμό του ρυθμού απασχόλησης , τον εξαναγκασμό σε καθορισμένες εργασίες , και την ρύθμιση των κύκλων επανάληψης . Ο μεγάλος αριθμός των εργαζόμενων , απαιτεί αυστηρότερη αστυνόμευση του χρόνου εργασίας , με στόχο να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ποιότητα . Ασταμάτητος έλεγχος , πίεση από τους επιστάτες , κατάργηση κάθε στοιχείου που μπορεί να αποσπάσει την αυτοσυγκέντρωση των εργαζόμενων από το έργο τους . Στην εργασία χρειάζεται το είδος του «ολοκληρωτικά ωφέλιμου χρόνου» . Όλες οι πράξεις χρειάζονται μία συγκεκριμένη χρονική ρύθμιση , ένα πρόγραμμα που να εξασφαλίζει αφ’ ενός τη διαμόρφωση της ίδιας της πράξης , αφ’ ετέρου τον έλεγχο εκ των έσω του τρόπου με τον οποίο εκτυλίσσεται σε όλες τις φάσεις της . Η αρχή της αυξανόμενης χρησιμοποίησης του χρόνου προβάλει σήμερα ως απαραίτητο συστατικό επιτυχίας σε όλα τα είδη εργασίας . Το αποτέλεσμά της όμως αποβαίνει μοιραίο για τους ίδιους τους εργαζόμενους . Αποσπά από τον εργαζόμενο όλες τις διαθέσιμες στιγμές του και από κάθε στιγμή την περισσότερο ωφέλιμη δύναμη . Έτσι ο εργαζόμενος δεν απασχολείται αλλά εξαντλείται , αφού το ζητούμενο είναι «το ανώτατο όριο ταχύτητας να φτάσει το ανώτατο όριο αποτελεσματικότητας» . Η εξάντληση , ως αποτέλεσμα του τρόπου διαχείρισης του χρόνου από το υπάρχον πολιτικό και οικονομικό σύστημα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ιδιωτικοποίηση των ατόμων , στην αποστασιοποίησή τους από τα κοινά αλλά κυρίως στην μη συμμετοχή τους σε αυτά .
Η σημερινή κοινωνία , όπως όλες οι κοινωνίες , επιβάλλει θεμελιώδεις αξίες στα άτομά της , επηρεάζοντας όχι μόνο τα ίδια ως τέτοια , αλλά όλα τα πεδία του βίου τους . Είμαστε συνεπώς υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη όλες ανεξαιρέτως τις αξίες αυτές αν θέλουμε να κρίνουμε όχι το πολίτευμα αλλά την κοινωνία μας ως δημοκρατική ή όχι . Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι το να ορίσουμε την δημοκρατία ως είδος κοινωνίας και όχι μόνο ως είδος πολιτεύματος . Συνεπώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε από τη συζήτηση μας , αξίες οι οποίες επηρεάζουν καταλυτικά το πολίτευμα αυτής της κοινωνίας . Τέτοιες αξίες είναι η ιδιοκτησία , ο οικονομικός αναγωγισμός ή η εργασία που μας ενδιαφέρει στο παρόν κείμενο . Ο εργαζόμενος δεν μπορεί ποτέ να συμμετέχει στις κοινές υποθέσεις , επειδή το κύριο μέλημά του είναι το επάγγελμά του . Άρα δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε πολίτη από τη στιγμή που δεν υπακούει στην διττή απαίτηση ως εναλλάξ κυβερνώμενου και κυβερνώντος . Δυστυχώς , αυτή είναι η αλήθεια.
Η ουσιαστική ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα είναι εντελώς ασύμβατη με μία ζωή που έχει ως αποκλειστική ενασχόληση την χρονοβόρα και εξαντλητική βιοποριστική εργασία για δύο κύριες αιτίες : α)η «ανάγκη» για εργασία η οποία πηγάζει από την ευελιξία, την κινητικότητα και την επισφάλεια που ανέφερα παραπάνω (οικονομικοί λόγοι) β)ο «αποπροσανατολισμός» που δημιουργείται από την «ανάγκη» . Γράφοντας «αποπροσανατολισμός» εννοώ πως το κύριο μέλημά μας είναι η προσπάθεια παραμονής μας στην εργασία ή η οικονομική μας ανέλιξη και όχι η συμμετοχή στη διαμόρφωση των νόμων που ορίζουν την παραμονή και την οικονομική ανέλιξη . Για να στρέψουμε όμως το βλέμμα μας εκεί , χρειάζεται ακριβώς το να έχουμε απόσταση από την ανάγκη και χρόνο για να σκεφθούμε . Να σκεφθούμε , όχι για να προτείνουμε κάτι , αλλά για να πιστέψουμε πως τελικά μπορούμε να σκεφθούμε πολιτικά . Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό , μοιραία αποδεχόμαστε υπόρρητα τον σταθερό και υπαρκτό διαχωρισμό σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους , με αποτέλεσμα να υποτασσόμαστε στην νεωτερική και πάγια αρχή της αντιπροσώπευσης . Υποσυνείδητα , πιστεύουμε πως δεν υπάρχουν ίσες δυνατότητες για τη συμμετοχή όλων στη πολιτική ζωή . Αποτέλεσμα τούτου είναι να αφήνουμε την πολιτική στους λίγους «εργαζόμενους στην πολιτική» , τους επαγγελματίες της πολιτικής . Η αρχή της αντιπροσώπευσης , είναι κατεξοχήν αρχή αποκλεισμού των πολλών που δήθεν αντιπροσωπεύονται από τους λίγους .
Τελειώνοντας , πιστεύω πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να υποστηρίξω περισσότερο την άποψή μου ότι η εργασία όπως είναι σήμερα διαμορφωμένη αποκλείει εκ των προτέρων τη συμμετοχή των εργαζόμενων στα κοινά και κυρίως στην πολιτική , από το να παραπέμψω στον Κορνήλιο Καστοριάδη :
«Όταν ο Benjamin Constant υποστηρίζει[ …] ότι η σύγχρονη βιομηχανία κάνει αυτούς που εργάζονται σε αυτήν ανίκανους να ασχοληθούν με την πολιτική , και άρα είναι επιβεβλημένος ένας εκλογικός φόρος , το ερώτημα που τίθεται για μας είναι : θέλουμε τη σύγχρονη βιομηχανία όπως είναι και με τις υποτιθέμενες συνέπειές της , μεταξύ των οποίων η πολιτική ολιγαρχία , περί αυτού πρόκειται στην πραγματικότητα και αυτό άλλωστε συμβαίνει . Ή θέλουμε μια πραγματική δημοκρατία , μία αυτόνομη κοινωνία ; Στη δεύτερη περίπτωση θεωρούμε ότι η οργάνωση της σύγχρονης βιομηχανίας , και αυτή η βιομηχανία , δεν είναι ούτε φυσική αναγκαιότητα ούτε απόρροια της θείας θέλησης , είναι μία από τις συνιστώσες της κοινωνικής ζωής , την οποίαν καταρχήν πρέπει και μπορούμε να μετασχηματίσουμε με βάση τις πολιτικές και κοινωνικές μας βλέψεις και απαιτήσεις». (Κορνήλιος Καστοριάδης , Χώροι του ανθρώπου , σελ. 226-227.)
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010
Βιοεξουσία , βιοπολιτική και φόβος
Στις μέρες μας η πολιτική έχει αλλάξει εντελώς μορφή . Εκτός από το ότι πλέον δεν έχει κανένα ρόλο σε ότι αφορά την άσκηση εξουσίας , με την έννοια της αποσύνδεσης που δίνει ο Μπάουμαν , έχει περάσει στη φάση της μεταπολιτικής βιοπολιτικής . Ως μεταπολιτική μπορούμε να ορίσουμε την πολιτική που ισχυρίζεται πως έχει αφήσει πίσω , τους παλιούς ιδεολογικούς αγώνες και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διαχείριση και τη διοίκηση από «ειδήμονες» .
Η βιοπολιτική , ορίζει ως πρωταρχικό σκοπό της τη ρύθμιση της ασφάλειας και της ευημερίας των ανθρώπινων ζωών . Οι δύο αυτές διαστάσεις της πολιτικής είναι αλληλοεξαρτώμενες : από τη στιγμή που δεν έχουμε ιδεολογικούς προσανατολισμούς , στόχους ή οράματα το μόνο που απομένει είναι η διαχείριση της ίδιας της ζωής . Έχοντας ένα , επί της ουσίας , αποπολιτικοποιημένο πλήθος , που ενδιαφέρεται μόνο για την «τακτοποίηση των συμφερόντων» του , ο μόνος και ποιο εύκολος δρόμος να μπορείς να το διαχειρίζεσαι , κινητοποιώντας το προς την κατεύθυνση που θέλεις , είναι μέσω του φόβου .
Μιλάμε πλέον για ένα είδος πολιτικής , που απαρνιέται την καταστατική διάσταση του «πολιτικού» Καστοριάδης) , και στη θέση των υπόρρητων εντολών του , τοποθετεί την «δια φόβου συναίνεση» . Πρέπει να συναινέσεις σε αυτό που κάνουμε γιατί αλλιώς … «υπάρχουν οι μετανάστες , τα φορολογικά μέτρα , η ανεργία , η περιβαλλοντική καταστροφή , η εγκληματικότητα , η σεξουαλική διαστροφή» κλπ , κλπ . Η «δια φόβου συναίνεση» πετυχαίνει εκτός των άλλων να ενσωματώσει το πλήθος και τις αυθόρμητες μορφές ταξικού αγώνα στις ιδεολογικές δομές της εξουσίας , μεταμορφώνοντας το πλήθος σε λαό .
Η «δια φόβου κινητοποίηση και συναίνεση» στις πρακτικές της εξουσίας δεν είναι όμως αρκετή . Ο φόβος από μόνος του δεν φτάνει γιατί οδηγεί υποχρεωτικά στον καταναγκασμό . Έχει αποδειχθεί ιστορικά πως κανένα σύστημα εξουσίας δεν μπόρεσε να επιβιώσει έχοντας ως μόνο όπλο τον καταναγκασμό και τον φόβο . Μεγαλύτερο παράδειγμα από την τέως ΕΣΣΔ δεν υπάρχει , όπως και άλλες γνωστές δικτατορίες .
Η θεσμισμένη εξουσία στηρίζεται στην εσωτερίκευση των σημασιών της , από τα κοινωνικά κατασκευασμένα άτομά της (Καστοριάδης).Χωρίς την ελάχιστη αποδοχή των θεσμών από τον πληθυσμό ή από το μεγαλύτερο μέρος του , ο καταναγκασμός είναι κατά βάση άχρηστος . Δεν ζούμε πλέον στην πειθαρχική κοινωνία (Foucault) αλλά περάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε στην κοινωνία του ελέγχου . Κοινωνία του ελέγχου εννοούμε την κοινωνία αυτή που «οι μηχανισμοί του προστάγματος γίνονται πιο «δημοκρατικοί» ,ολοένα πιο εμμενείς στο κοινωνικό πεδίο , καθώς κατανέμονται στο νου και στο σώμα των πολιτών » (Νέγκρι) . Οι συμπεριφορές κοινωνικής ένταξης ορίζονται από την εξουσία , ενώ η τελευταία ασκείται μέσω μηχανισμών οι οποίοι οργανώνουν με άμεσο τρόπο τους νόες και τα σώματα , με αποτέλεσμα την πλήρη εσωτερίκευση των εντολών από τα υποκείμενα . Οι νόες καθοδηγούνται μέσω επικοινωνιακών συστημάτων , δικτύων πληροφορικής , εικόνων και ήχου από τα ΜΜΕ , κλπ , στα οποία ο φόβος και η απειλές γενικότερα βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη . Από την άλλη , τα σώματα ελέγχονται μέσω των συστημάτων κρατικής πρόνοιας , διάφορες επιτηρούμενες δραστηριότητες όπως το σχολείο ή ο στρατός , διαρκή αστυνόμευση κλπ . Η ανθεκτικότητα ενός κοινωνικού συστήματος αυξάνεται από τη στιγμή που μετατρέπει τα «λειτουργικά προαπαιτούμενά» του σε «συμπεριφορικά κίνητρα δράσης» .
Με απλά λόγια , για να μπορεί να μετατραπεί σε πράξη οποιαδήποτε εντολή της εξουσίας , τα άτομα πρέπει να θέλουν να την εκτελέσουν προκειμένου το σύστημα να αναπαράγεται αλλά και οι κατέχοντες την εξουσία να μείνουν στη θέση τους . Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους : α) ανοικτά και ρητά : επιστρατεύονται τα διακηρυγμένα συμφέροντα ενός «όλου», ενός κράτους ή έθνους , μέσω διαφόρων διαδικασιών όπως η ιδεολογική κατήχηση αλλά κυρίως η «συλλογική αντιμετώπιση της απειλής» της όποιας απειλής . Χαρακτηριστικά «ελληνικά» παραδείγματα , είναι ο περίφημος «Νέος Πατριωτισμός» του κ. Παπανδρέου και τα ασταμάτητα διλήμματα που θέτει , κάθε φορά που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο . β) υποδόρια και έμμεσα : η συγκαλυμμένη επιβολή ή η μετάδοση προτύπων επίλυσης προβλημάτων που από τη στιγμή που θα τεθούν σε εφαρμογή , εξαφανίζουν οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή. Π.χ. : Για να ξεχρεώσουμε πρέπει να ξεπουλήσουμε τα πάντα , ή το σχέδιο των «Εκατό ημερών» και διάφορες άλλες ηλιθιότητες που εμφανίζονται ως μονόδρομοι και μόνο επ΄αυτών μπορούμε να συζητούμε . Οποιαδήποτε άλλη λύση είναι εκ των προτέρων αποκλεισμένη .
Με τη διαδικασία αυτή η εξουσία ρυθμίζει τον κοινωνικό βίο εκ των έσω ώστε το κάθε άτομο να ενστερνίζεται και να επανενεργοποιεί τις εντολές της . «Η ζωή έχει γίνει αντικείμενο της εξουσίας» (Foucault) . Η βιοεξουσία συνεπώς είναι μία κατάσταση κατά την οποία το άμεσο ζητούμενο της εξουσίας είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της ίδιας της ζωής . Η εξουσία εκδηλώνεται με τη μορφή του ελέγχου . Ο έλεγχος εισχωρεί πολύ βαθιά στις συνειδήσεις των ανθρώπων , στα σώματα αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις .
Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω διαδικασίας είναι η πλήρης απουσία νοήματος στην ύπαρξη της ίδιας της κοινωνίας . Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι κοινωνία θέλουν , αν θέλουν μια άλλη κοινωνία , και πως θα πρέπει να είναι αυτή . «Η παρούσα κοινωνία δεν θέλει τον εαυτό της ως κοινωνία , απλά τον υφίσταται . Και δεν θέλει τον εαυτό της διότι δεν μπορεί ούτε να διατηρήσει ή να σχηματίσει μία παράσταση για την ίδια . Παράσταση την οποία να μπορεί να διακηρύξει και της οποίας να προβάλει θετικά την αξία , ούτε να δημιουργήσει ένα πρόταγμα κοινωνικού μετασχηματισμού , πρόταγμα στο οποίο να μπορεί να προσχωρήσει και για το οποίο να θέλει να αγωνισθεί.» (Κορνήλιος Καστοριάδης "Η άνοδος της ασημαντότητας")
Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φανταστούν καν μια άλλη κοινωνία γιατί ο έλεγχος που τους ασκείται δεν τους αφήνει περιθώρια για σκέψη , για στοχασμό . Η απουσία νοήματος είναι αυτή που δημιουργεί τους «τυφλούς αγώνες » , όπως λέει και ο Alain Badiu . Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε το για τι πρέπει να παλέψουμε , τι είναι αυτό που πρέπει να ζητήσουμε και από ποιον . Αν θέλουμε να συγκεκριμενοποιήσουμε τα ερωτήματα αυτά , θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε αν αυτό που μας ενοχλεί περισσότερο είναι το ότι έχουμε έναν πρωθυπουργό απατεώνα ή μήπως το ότι είμαστε ανίκανοι να τον διώξουμε ; Φταίνε τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ που λένε αυτά που θέλουν και όχι αυτά που συμβαίνουν , ή μήπως φταίμε εμείς που καθόμαστε κάθε βράδυ και ακούμε τις βαρύγδουπες αρλούμπες και τα ψέματα με τη μορφή της αλήθειας τους ;
Ήρθε ο καιρός πιστεύω να καταλάβουμε πως έχουμε και εμείς μεγάλη ευθύνη για όλα αυτά που συμβαίνουν . Όχι φυσικά με την έννοια της «συλλογικής ευθύνης» που προσπαθεί μάταια πιστεύω η κυβέρνηση , μέσω του αντιπροέδρου της , να μας πείσει . («Μαζί τα φάγαμε») . Η επιθετική δυσπιστία που διακατέχει τους περισσότερους , απέναντι σε όλες τις κυβερνητικές πρακτικές , πρέπει να μεταμορφωθεί σε μία «επιθετική ροή απαιτήσεων» , με πρώτη αυτήν της «συμμετοχής» , της ουσιαστικής συμμετοχής , και όχι αυτήν της εικονικής συμμετοχής που είναι οι εκλογές .
«Elections piege a cons» (γαλλικά) θα πει «Εκλογές , παγίδα για μαλάκες» και ήταν ένα από τα καλά συνθήματα του Μάη ‘68 . Η αποχή ήταν ένα μικρό μεν αλλά καλό πρώτο βήμα . Πρέπει να μεταφέρουμε το φόβο στην εξουσία και η συνειδητοποιημένη μη συμμετοχή δημιουργεί σιγά-σιγά έναν τέτοιο φόβο , βάζει τα πρώτα θεμέλια του «κενού» , και , η εξουσία αποστρέφεται το κενό . Δεν μπορεί να σε χειραγωγήσει και να σε πείσει για το «ορθόν» της διαδικασίας . Αυτός είναι ένας φόβος που πλανάται συνεχώς πάνω από τα κεφάλια των εξουσιαστών .
Κανείς δεν μπορεί να αποφασίζει για κανέναν , κανείς δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει κανέναν!!Οι εκλογές στην πραγματικότητα , δεν είναι μόνο ένας μηχανισμός αντιπροσώπευσης , αλλά και ένας μηχανισμός καταστολής κινημάτων , καινοτομιών και ρήξεων . Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν , η εξουσία σου πετά την καραμελίτσα των εκλογών και σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως μπορείς με την ψήφο σου να τα αλλάξεις όλα . Τίποτε δεν θα αλλάξεις !!
Η συμμετοχή δια της απλής ψήφου και μόνο , δίνει το δικαίωμα στην εξουσία , να ορίζει έναν κανόνα και μετά να τον υλοποιεί , μέσω της συναίνεσης . Πρέπει να κόψουμε την εξουσία στα δύο , αφαιρώντας της το δικαίωμα της υλοποίησης . Ανυπακοή !!Δεν υπακούω σε οτιδήποτε για το οποίο δεν έχω συμμετοχή στη δημιουργία του . Πρέπει να σταματήσουμε να «αντιδρούμε» και να αρχίσουμε να «δρούμε» .
Θα δούμε…
Κυριακή 9 Μαΐου 2010
MME και πολιτικοί .
Η ιδιοκτησία καθορίζει το περιεχόμενο
Το διάστημα των έξι μηνών που πέρασαν , είναι κοινά αποδεκτό απ’ όλους σχεδόν τους πολίτες , πως τα ΜΜΕ έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της άποψης των τελευταίων απέναντι στην «κρίση» , και την «τρομοκρατία». Εκείνο όμως που προκαλεί μεγάλη περιέργεια είναι η σχέση ΜΜΕ-πολιτικής ,και ο τρόπος που το ένα κομμάτι εξυπηρετεί το άλλο . Αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω όσο μπορώ , με τις λίγες γνώσεις μου , προσπαθώντας να μοιραστώ και με άλλους αυτές τις απόψεις .
Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τους δημοσιογράφους , που αποτελούν τη βάση αλλά και ταυτόχρονα το εργαλείο των ΜΜΕ . Ο δημοσιογράφος έχει έναν εντελώς δικό του τρόπο θέασης του κόσμου : Προβάλλει την αμεσότερα θεατή άποψη του κοινωνικού κόσμου δηλαδή τα άτομα , τα πεπραγμένα τους και κυρίως τα κακά πεπραγμένα τους , με στόχο την καταγγελία και την κατάκριση .Το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον κλίνει περισσότερο προς τα υποτιθέμενα συμπεράσματα και λιγότερο προς τις διαδικασίες μέσω των οποίων οδηγείται κανείς σε αυτά . Οι ίδιοι λαμβάνουν μέρος σε αυτό που λέμε πολιτικό έλεγχο ή πολιτική παρέμβαση , με το να αποδέχονται το διορισμό συγκεκριμένων προσώπων σε ιθύνουσες θέσεις . Η επαγγελματική αβεβαιότητα οδηγεί στην ενσυνείδητη ή ασυνείδητη συμμόρφωση , απέναντι σε τέτοια μορφή κανόνων και λογοκρισίας , ώστε να μην χρειάζεται να ανακαλείται στην τάξη από άλλους . Αυτό φυσικά έχει αντίκτυπο στο περιεχόμενο των πληροφοριών που περνούν προς τους ακροατές – θεατές .
Η ιδιοκτησία καθορίζει το περιεχόμενο : το περιεχόμενο καθορίζεται από τους ιδιοκτήτες αλλά με συγκεκριμένο τρόπο . Υπάρχουν μηχανισμοί που εξασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό το ότι οι άνθρωποι που βγαίνουν στον αέρα θα κάνουν αυτό που θέλουν οι ιδιοκτήτες και οι επενδυτές . Έτσι εξασφαλίζεται η προώθηση κάποιον ανθρώπων στη θέση του διευθυντή ή του αρχισυντάκτη αν αυτοί ενστερνίζονται τις αξίες των ιδιοκτητών . Από αυτό το σημείο και μετά μπορούν να περιγράφουν τους εαυτούς τους ως απόλυτα ελεύθερους . Έτσι εξηγείται , εν μέρει βέβαια , το γεγονός πως ποτέ και σε καμία εκπομπή δεν τίθεται θέμα “ελευθερίας του τύπου” , γιατί οι ίδιοι αισθάνονται ελεύθεροι και θεωρούν τον εαυτό τους ελεύθερο αφού δεν έχουν επίγνωση πως στην πραγματικότητα δεν υπηρετούν την δημοσιογραφία αλλά τους “αφέντες τους”. Τις περισσότερες φορές βέβαια έχουν απόλυτη επίγνωση για το τι λένε και το τι κάνουν , αλλά ας το αφήσουμε ….έτσι !
Φτάνοντας λοιπόν στις ειδήσεις έχουμε την πεμπτουσία της ενημέρωσης . Προκειμένου ο θεατής να μην μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι σημαντικό και τι όχι , τα πάντα αποκαλούνται “είδηση” και μπαίνουν στα δελτία υπό την μορφή “ειδήσεων ποικίλης ύλης”. Αυτές είναι κατά βάση ειδήσεις αντιπερισπασμού . “Omnibus” , δηλαδή για τους πάντες . Δεν σοκάρουν , δεν διακυβεύουν τίποτε , δεν διχάζουν , και κυρίως πρέπει να προκαλούν την συναίνεση αλλά χωρίς να θίγουν κάτι σημαντικό . Η “μικρο-είδηση” ενδιαφέρει όλο τον κόσμο , χωρίς να έχει συνέπειες , ενώ ταυτόχρονα απορροφά χρόνο που θα μπορούσε να είναι πολύτιμος , ώστε να ειπωθεί κάτι σημαντικό . Μην ξεχνάμε πως τα ευτελή πράγματα είναι τόσο πολύτιμα γιατί μπορούν να αποκρύψουν τα εξαιρετικά σημαντικά . Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε το μεγάλο κομμάτι της ενημέρωσης που αφορά στις “ειδήσεις πολυτελείας” , που δεν είναι άλλες από αυτές με τις οποίες μας βομβαρδίζουν κάθε μεσημέρι , και όχι μόνο . Ποιος παντρεύτηκε με ποια , αν βαφτίστηκε το παιδί του τάδε ή αν η τάδε τραγουδίστρια θα πάει σε σχολή υποκριτικής για να γίνει και ηθοποιός . (Παναγιά κοντά μας) .
Με τις παραπάνω διαδικασίες , οι δημοσιογράφοι καταφέρνουν να αποκρύπτουν τα πραγματικά τους συμφέροντα πίσω από το προσωπείο της φιλελεύθερης αντικειμενικότητας . Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κοσμικό ιερατείο που προσπαθεί να δικαιολογήσει την απάνθρωπη πολιτική του κράτους συγκαλύπτοντάς την με ηθικούς όρους . Δεν μιλάω φυσικά για την πλειονότητα των δημοσιογράφων , αλλά για αυτούς που προβάλλονται περισσότερο από τα μέσα για όλους τους παραπάνω λόγους.
Οι πολιτικοί όταν βγαίνουν στην τηλεόραση το κάνουν για εντελώς διαφορετικούς λόγους . «Υπάρχω , άρα γίνομαι αντιληπτός.» Γίνεται αντιληπτός από τους δημοσιογράφους , αλλά και από τους ανθρώπους , αφού δεν μπορεί να στηριχθεί στο έργο που έχει κάνει προκειμένου να υπάρξει στο διηνεκές , δεν έχει άλλη διέξοδο .Υποτάσσεται με ευχαρίστηση , τις περισσότερες φορές , στους όρους παρουσίασης των μέσων , αλλάζοντας την πολιτική επικοινωνία . Η πολιτική πληροφόρηση και η παρουσία των πολιτικών στα ΜΜΕ γίνεται με τους σκηνοθετικούς κανόνες των ψυχαγωγικών ειδών και ιδιαίτερα με τους σκηνοθετικούς κανόνες και τεχνικές του θεάτρου . Λόγο των οικονομικών τους και τεχνικών τους χαρακτηριστικών , τα μέσα καταλαμβάνουν κεντρική και αποφασιστική θέση στην πολιτική . Ο κανόνας αυτός ισχύει περισσότερο για όσους δεν έχουν ειδικά πολιτικά ενδιαφέροντα και γνώση δηλαδή δεν είναι με κάποιο τρόπο πολιτικά ενεργοί . Στην πραγματικότητα ισχύει με μεγάλη ένταση για την πλειοψηφία των ανθρώπων των σύγχρονων κοινωνιών . Έχουμε μία νέα πολιτική επικοινωνία που δημιουργεί μία νέα πολιτική πραγματικότητα αλλάζοντας σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό σύστημα .
Η μορφή του πολιτικού συστήματος αποτελείται από το κοινό των μέσων , τους τηλεγενείς πολιτικούς και τις διαρκείς δημοσκοπήσεις που καταγράφουν την εμβέλεια και την αποδοχή των τηλεγενών πολιτικών στο κοινό . Έτσι η ιδιότητα του τηλεθεατή σκεπάζει την ιδιότητα του πολίτη , η ιδιότητα του ηθοποιού έχει σκεπάσει εκείνη του πολιτικού και οι μονολεκτικές απαντήσεις σε απλές και μονοσήμαντες ερωτήσεις αντικαταστάθηκαν από την αποδοχή και τον εμπλουτισμό σύνθετων πολύπλοκων πολιτικών προτάσεων . Τα πολιτικά ζητήματα γίνονται αντιληπτά μέσω των ΜΜΕ . Η διαπραγμάτευση των πολιτικών ζητημάτων παύει σταδιακά να γίνεται στα πλαίσια άλλων θεσμών και μορφών επικοινωνίας όπως τα κόμματα , τα κοινωνικά κινήματα , τα συνδικάτα κλπ . Τα ΜΜΕ εκτοπίζουν όλους τους θεσμούς ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος , κυρίως όμως εκτοπίζουν την έννοια της συμμετοχής των πολιτών , δημιουργώντας στο φαντασιακό τους την αίσθηση του ότι «στην πολιτική δεν μπορούμε να έχουμε όλοι γνώμη» παρά μόνον αυτοί που παρουσιάζονται από τα μέσα ως ειδικοί .
Σε τέτοιου είδους δημοκρατία στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης δεν προέχουν τα πολιτικά κριτήρια , διότι η τηλεοπτική δημοκρατία δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τις αποφάσεις και τις ενέργειές της , δεν λογοδοτεί σε κανέναν , δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει κανέναν αλλά κυρίως διότι δεν υπάρχει πολιτική στις αμέτρητες ώρες συζητήσεων των talk shows .
Οι πολιτικοί του tutto logo
Άξιο συζήτησης και περιέργειας είναι το γεγονός του ότι ενώ οι βουλευτές είναι τριακόσιοι , στην τηλεόραση βγαίνουν πάντα οι ίδιοι και οι ίδιοι . Επίσης εξίσου άξιο απορίας είναι το ότι οι εκπομπές πολιτικού λόγου , παίζονται σχεδόν πάντα μετά τα μεσάνυχτα , με αποτέλεσμά η πλειονότητα των ανθρώπων που θα έπρεπε να παρακολουθήσουν , είναι αδύνατο να το πράξουν αφού ως εργαζόμενοι θα πρέπει αφ’ ενός μεν να σηκωθούν νωρίς το πρωί , αφ’ ετέρου η κούραση από την προσπάθεια στην εργασία τους το προηγούμενο διάστημα της ημέρας , δεν τους επιτρέπει να έχουν τη συγκέντρωση που χρειάζεται .
Σε μία κοινωνία που κυριαρχείται από το άγχος της διασκέδασης με οποιοδήποτε τίμημα ή ορίζεται εύκολα ως «κοινωνία του θεάματος» , η πολιτική είναι καταδικασμένη να εμφανίζεται ως άχαρο θέαμα το οποίο πρέπει να αποκλείεται όσο το δυνατόν περισσότερο από τις ώρες μεγάλης ακροαματικότητας . Το σκεπτικό αυτό εντάσσεται στην γενικότερη λογική απαξίωσης της πολιτικής , με απώτερο σκοπό του να ασχολούνται με αυτήν όσο το δυνατό λιγότεροι . Η πολιτική συζήτηση πρέπει να είναι ένα θέαμα ελάχιστα ελκυστικό και να μην προξενεί κανένα ενδιαφέρον . Η απαξίωση της πολιτικής δεν είναι το κομμάτι που θα μας απασχολήσει εδώ , αλλά αξίζει πιστεύω να αναφερθεί .
Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί εμφανίζονται συνεχώς οι ίδιοι αλλά και τι είναι αυτά που λέγονται και πως διαμορφώνονται αυτές οι εικονικές ανταλλαγές απόψεων θα πρέπει να σταθούμε στον τρόπο επιλογής αυτών που στις ΗΠΑ αποκαλούνται panelists . Οι πανελίστες κατά το ελληνικότερον είναι πρώτα απ όλα πάντοτε διαθέσιμοι . Προσέρχονται πάντοτε πρόθυμοι να λάβουν μέρος , δεχόμενοι να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις ακόμη και στις πιο γελοίες . Είναι οι πολιτικοί του «tuttologo» που θα πει του «παντο-λόγου» αν θα μπορούσαμε ελεύθερα να το μεταφράσουμε . Έχουν άποψη και γνώμη για όλα . Μπορούν να υποχωρήσουν σε όλα και να συμβιβαστούν με όλα αρκεί να εξασφαλίσουν τα έμμεσα οφέλη της «δημοσιότητας των μέσων ενημέρωσης».
Οι τοποθετήσεις τους είναι «σαφείς(;)» με απαστράπτοντες όρους και δεν επιβαρύνουν τη συζήτηση με σύνθετες γνώσεις . “The less you know , the better off you are” !! Έτσι , δομείται η πολιτική της δημαγωγικής υπεραπλούστευσης που συνδυάζεται πάντα με την αοριστολογία , που αποτελεί το μικρονοΐκο τέχνασμα των πολιτικών . Αυτή είναι και η αιτία που όταν τελειώσει μία τέτοια εκπομπή δεν έχει βγει ποτέ κανένα συμπέρασμα . Ο πολιτικός που θα βγει στο panel πρέπει να έχει την ικανότητα της «σκέψης μιας χρήσεως» , να μπορεί να μιλήσει εκ του προχείρου χωρίς κανένα πρόβλημα . Ακόμα και στην περίπτωση που δεν είναι προετοιμασμένος , απαντά σε ερώτημα που δεν έχει τεθεί ή που τέθηκε πέντε λεπτά νωρίτερα , επικαλούμενος «ένα σχόλιο που θα ήθελε να κάνει» , ή το ότι «υπάρχει κάτι σημαντικότερο , το οποίο μας ξέφυγε!!»
Ο ρόλος του παρουσιαστή είναι ευνόητα καταλυτικός . Τα δύο σημεία στα οποία εστιάζει και «εκπαιδεύεται» , είναι η διαχείριση του λόγου και του χρόνου . Επιβάλει το θέμα και την προβληματική ή οποία πολλές φορές είναι ανούσια , όπως π.χ. η ερώτηση γνωστού παρουσιαστή για τα γεγονότα του Δεκέμβρη «έπρεπε να καεί η Αθήνα;» . Σε αυτή την ερώτηση η απάντηση «ναι» ή «όχι» , είναι κατά βάση άχρηστη . Το ίδιο άχρηστη αλλά και δόλια ήταν και η ερώτηση «καταδικάζεται τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται ;» Η απάντηση σε μία τέτοια ερώτηση , ή ακόμα και η φράση ως δήλωση , σημαίνει ότι καταδικάζω την βαρβαρότητα του αστυνομικού , αλλά καταδικάζω και τη χρήση βίας των Παλαιστίνιων ή των Αϊτινών κατά των Αμερικάνων . Ο παρουσιαστής διανέμει το λόγο και τα σημαντικά σημεία . Τηρεί τους κανόνες που έχουν «μεταβλητό γεωμετρικό σχήμα» : άλλος κανόνας ισχύει όταν πρόκειται για έναν μαθητή ή συνδικαλιστή και άλλος όταν μιλά ο Χρυσοχοΐδης , ο οποίος διατάζει τον μαθητή να ακούσει ενώ ο παρουσιαστής δεν επεμβαίνει για να ανακαλέσει στην τάξη τον υπουργό που θεωρεί πως όλοι είναι υποχρεωμένοι να τον αποδέχονται ως αυθεντία . Δεν θέλω να μείνω άλλο στην διαχείριση του λόγου , απλά θα πω πως σημαντικό ρόλο παίζει ο τόνος της φωνής του παρουσιαστή , το σώμα του , ο επιτονισμός , κ.λ.π. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε το «ευχαριστώ» που λένε οι παρουσιαστές κάθε φορά που τελειώνει ή προσπαθεί να τελειώσει κάποιος . Επίσης μπορείτε να δείτε και το «μάλιστα» του Αυτιά , που επιβάλει στον συνομιλητή μεγαλύτερη ταχύτητα σκέψης και εκφοράς του λόγου .
Ο τηλεοπτικός χρόνος είναι το μεγάλο όπλο του παρουσιαστή ακόμα και αν δεν είναι τόσο ικανός στο λόγο . Πρώτο και σημαντικότερο σημείο είναι το «επείγον» του χρόνου. Χρησιμοποιείται για να αφαιρέσει το λόγο , να πιέσει και κυρίως να διακόψει . Εδώ φυσικά είναι η στιγμή που ο παρουσιαστής αναγορεύει τον εαυτό του σε εκπρόσωπο του κοινού : «Σας διακόπτω γιατί οι ακροατές μας δεν καταλαβαίνουν τι θέλετε να πείτε» . Δεν αφήνει σε καμία περίπτωση να γίνει αντιληπτό πως ο ίδιος δεν καταλαβαίνει , αλλά αφήνει να εννοηθεί πως δεν καταλαβαίνει ο «μέσος θεατής» που είναι κατ’ αυτούς , εξ ορισμού ανόητος . Στην πραγματικότητα αυτοαναγορεύεται σε εκπρόσωπο των ηλιθίων προκειμένου να κόψει έναν λόγο εξυπνότερο από το δικό του .
Άλλο τρικ του χρόνου είναι η τήρηση της απόλυτης ισότητας . Είναι εύλογο ότι οι συνομιλητές ενός πάνελ δεν είναι ίσοι .Υπάρχουν επαγγελματίες του πλατό και του λόγου σε αντίθεση με τους ερασιτέχνες , που είναι αυτοί που βγαίνουν σπάνια έως ποτέ , ή κατά τύχη στην τηλεόραση . Όταν βγαίνει ένας απολυμένος ενός εργοστασίου να μιλήσει , δεν μπορείς να του δίνεις τον ίδιο χρόνο με τον υπουργό εργασίας γιατί είναι βέβαιο πως δεν θα προλάβει να πει σχεδόν τίποτα . Δεδομένο βέβαια είναι και το χαμηλότερο πολιτισμικό κεφάλαιο του εργαζόμενου που σε πολλές περιπτώσεις δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο το να γίνει κατανοητός μέσα σε λίγα λεπτά ή ακόμα και δευτερόλεπτα όταν πρέπει να πει κάτι για να «κλείσει» το θέμα . Πρόκειται για εξαιρετική ανισότητα που δυστυχώς περνά απαρατήρητη από τον θεατή . Για να υπάρχει ισότητα , θα έπρεπε ο χρόνος να είναι άνισα κατανεμημένος και ο παρουσιαστής να βοηθά στο λόγο και στην έκφραση , αυτούς που υστερούν απέναντι στους επαγγελματίες του λόγου . Την παραπάνω προσπάθεια του μη πανελίστα , δυσχεράνει ακόμη περισσότερο η περίπτωση που ο παρουσιαστής , του απευθύνει το λόγο ξαφνικά ώστε να είναι απροετοίμαστος .
Στο σημείο αυτό θα κλείσω το κείμενο γιατί δεν θέλω να κουράσω. Τα κόλπα των παρουσιαστών και των πολιτικών είναι πάρα πολλά που δεν φτάνουν οι σελίδες ενός απλού κειμένου για να αναλυθούν . Άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός μου . Αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα και να μπει πιο βαθιά , το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ , είναι να συστήσω ανεπιφύλακτα τρία βιβλία : 1)Για την τηλεόραση – Πιερ Μπουρντιε , 2)Τα ΜΜΕ ως όργανο κοινωνικού ελέγχου και επιβολής – Νόαμ Τσόμσκι , 3)Από τη δημοκρατία των κομμάτων στη δημοκρατία των ΜΜΕ – Τόμας Μέγιερ .
Ελπίζω με το παρόν κείμενο , να βοηθήσω στο να πάψουν περισσότεροι άνθρωποι να εμπιστεύονται τα ΜΜΕ και να αρχίσουν να τα κοιτάζουν με μεγαλύτερη καχυποψία και κυρίως με κριτική άποψη . Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως για να αλλάξουμε κάτι πρέπει πρώτα να το καταλάβουμε .psarokefalos
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
