Σελίδες , Άρθρα

Κορνήλιος Καστοριάδης

Κορνήλιος Καστοριάδης
Ο άνθρωπος είναι υπεύθηνος για την ιστορία του

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Προβληματισμοί πάνω στην άμεση δημοκρατία


Το «κίνημα των αγανακτισμένων» είναι κάτι πρωτόγνωρο για τα Ελληνικά και όχι μόνο δεδομένα. Μία σύνθεση ανθρώπων, χωρίς κομματικές ταυτότητες, επισφαλών, διανοητών, ανέργων, μεταναστών κλπ, που έχουν ένα κοινό εχθρό: το μνημόνιο. Κύριο χαρακτηριστικό του κινήματος, αν και ο όρος είναι καθαυτός ακατάλληλος, είναι οι συνελεύσεις. Οι συνελεύσεις εμφανίζονται για πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο. Αφορούν τους πάντες και δεν περιορίζονται εντός των πανεπιστημίων ή των συνδικαλιστικών κύκλων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν σε άλλα κινήματα.
Η αλήθεια είναι πως ένα «συνελευσιακό καθεστώς» από μόνο του δεν μπορεί να λύσει τίποτε. Η προσφορά του έγκειται στο ότι μπορεί να θέσει έναν στόχο, ώστε οι άνθρωποι να μην πέφτουν σε σύγχυση και να γνωρίζουν πoιά πρέπει να είναι τα πραγματικά και ουσιαστικά αιτήματά τους. Δεν φτάνει μόνο το να αποφασίζει κανείς τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, αλλά χρειάζεται να παρθούν αποφάσεις σχετικά με το πώς θα γίνει κάτι καθώς και το πότε. Οι συνελεύσεις περιορίζονται στο πρώτο ερώτημα και αρκετές φορές, όχι πάντα, στο δεύτερο. Το τρίτο ερώτημα δηλαδή το πότε θα τεθούν σε εφαρμογή αυτά που έχουν αποφασιστεί δεν απαντάται σχεδόν ποτέ. Tο ζήτημα της «άμεσης δημοκρατίας» καθ΄αυτό δεν έχει βγει προς τα έξω, ως κύριο αίτημα του κινήματος. Παρόλα αυτά όμως, μας δίνει ένα νέο πεδίο πειραματισμού πάνω στο οποίο πρέπει να σταθούμε.
Μέσα από τις συνελεύσεις, αποκαλύπτεται ένας νέος τρόπος ατομικο-κοινωνικής αντιπροσώπευσης, άνθρωποι που θέλουν να εκφράζονται δημοκρατικά εναντίον του «νέου πολέμου», της «μιντιακής οργάνωσης του κοινωνικού» και του κύματος της επισφάλειας. Η συνέλευση δίνει την δυνατότητα της συγκρότησης των ανθρώπων σε πολιτική κοινότητα, τη μορφή οργάνωσης που προσδιορίζεται από τις αρχές της αυτονομίας, της ισότητας και της συναίνεσης, αρκεί η τελευταία να επιτευχθεί μέσα από την πειθώ και την ελεύθερη αντιπαράθεση διαφορετικών απόψεων. Μέσα από τη συνέλευση μπορεί να αναδυθεί η «δύναμη» (με την έννοια της Άρεντ) αφού οι άνθρωποι μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα και να ενεργούν σχετικά με τα δημόσια πράγματα. Χρειάζεται όμως να αφήσουν εκτός της, την ικανοποίηση των βιοτικών τους αναγκών και να δημιουργήσουν ένα νέο πεδίο ελευθερίας: αυτό της ισότητας. Θα ήταν καλύτερο, λοιπόν, να μην προβάλλεται ως κύριο αίτημα αποκλειστικά και μόνο η έξοδος από το μνημόνιο. Δεν υπάρχει και δεν ακούγεται, ούτε ένα σύνθημα για την «άμεση δημοκρατία»! Επειδή ακριβώς οι περισσότεροι πηγαίνουν στην συνέλευση, έχοντας ο καθένας στο μυαλό του το δικό του πρόβλημα το οποίο του το δημιούργησε το μνημόνιο, το τοποθετεί πιο ψηλά από τα προβλήματα των άλλων και πολύ περισσότερο από το ουσιαστικότερο πρόβλημα που είναι το πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία και όχι το πώς θα πάρουμε μεγαλύτερο μισθό.
Το ουσιαστικότερο αίτημα του κινήματος, λοιπόν, είναι η απαίτηση για «άμεση δημοκρατία». Είναι ό,τι καλύτερο έχει ζητήσει οποιοδήποτε κίνημα, όχι μόνο στην Ελλάδα , αλλά τολμώ να πω σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν θα μπορούσαν να ζήσουν σε καλύτερο «πολιτικό σύστημα» από αυτό. Είναι το μοναδικό «σύστημα» που όχι μόνο προάγει την πολιτική ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αλλάξει την κοινωνία και να της δώσει αυτό που σήμερα της λείπει εντελώς: ένα νέο νόημα. Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό εμπόδιο που δεν επιτρέπει την άμεση τουλάχιστον, εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος: η άμεση δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων.
Στις δυτικές κοινωνίες το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα ανάγει το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων, αξιών και αρχών στην «αγορά». Ο «οικονομικός αναγωγισμός» είναι το μοναδικό σύστημα ερμηνείας που δίνουν οι νεοφιλελεύθερες κοινωνίες στον κόσμο τους. Το «οικονομικό» και όχι το «πολιτικό», αποτελεί την θεμελιώδη φαντασιακή σημασία στις σημερινές κοινωνίες και σε συνδυασμό με την «κατανάλωση», το άτομο θεωρεί τον εαυτό του συμμέτοχο στη δημοκρατία της αγοράς. Αγορά ή κοινωνία πολιτών δεν έχουν μεταξύ τους καμία διαφορετική σημασία. Οποιοδήποτε πολιτικό ερώτημα τίθεται, παίρνει πάντοτε την εύκολη και εντελώς μηχανιστική του απάντηση, γιατί ανάγεται υπόρρητα στο πεδίο της οικονομίας. Δεν υπάρχει πλέον αυθύπαρκτη πολιτική, επειδή δεν υπάρχουν περιθώρια για πολιτική δημοκρατία. Καμία κυβέρνηση και πουθενά στον κόσμο δεν έχει την «εξουσία της δράσης». Οποιαδήποτε αλλαγή ή μεταρρύθμιση πρέπει να εγκριθεί πρώτα από τις αγορές. Η «εξουσία δράσης» πέρασε σταδιακά στις αγορές και διαχωρίστηκε πλήρως από την πολιτική. Αυτή είναι και η κύρια αιτία διάβρωσης της κρατικής κυριαρχίας. Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο και να εξαγγέλλουν προγράμματα αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση ελεύθερα να αποφασίζουν για τις «πολιτικές εξαίρεσης» ή τις αρχές και τον τρόπο εφαρμογής τους. Στην πραγματικότητα το κράτος μετατρέπεται σε εκτελεστή της κυριαρχίας της αγοράς.
Σημαντικό κομμάτι των αγορών είναι μεταξύ άλλων οι ομάδες συμφερόντων που αποκαλούμε «ελίτ» ή αλλιώς «κυρίαρχες τάξεις». Οι ομάδες αυτές που κατά κύριο λόγο κυριαρχούν στην κοινωνική και οικονομική ζωή, δεν είναι σε καμία περίπτωση διατεθειμένες να παραχωρήσουν τα «κεκτημένα» τους, το χρήμα και κατ’ επέκταση την εξουσία. Για τις ομάδες αυτές, το όριο της δημοκρατίας είναι αυτό κατά το οποίο τίθεται σε αμφισβήτηση η τάξη και η ασφάλεια του συστήματος από το οποίο προέρχονται και προστατεύονται. Πέρα όμως από τις κυρίαρχες ομάδες, η κοινωνία είναι χωρισμένη σε πολλές και διαφορετικές ομάδες συμφερόντων. Οι ομάδες αυτές διαχωρίζονται μεταξύ τους με κύρια κριτήρια το εισόδημά τους, τον πλούτο τους, την εξουσία που διαθέτουν και την στάση τους απέναντι στο υπάρχον σύστημα. Με κυριότερο κριτήριο το οικονομικό, οι ομάδες αυτές διαφοροποιούνται μεταξύ τους και καθίστανται όχι λίγο ή πολύ ίσες, αλλά εξαιρετικά άνισες μεταξύ τους. Όσο πιο πάνω πηγαίνουμε, τόσο αυξάνεται ο βαθμός επιρροής και ελέγχου των κυβερνήσεων αλλά και των κατώτερων κοινωνικά ομάδων από τις ανώτερες. Οι κυρίαρχες ομάδες μπορούν να ελέγξουν την επιλογή των υποψηφίων αλλά και το ποιός θα εκλεγεί. Αποτέλεσμα αυτού, είναι το είδος του πολιτικού μας συστήματος να διαμορφώνεται ως «ιεραρχική δημοκρατία».
Αναγνωρίζουμε συνεπώς με βάση τα παραπάνω μία μεγάλη αντίφαση: δεν μπορεί κάποιος να συνηγορεί υπέρ της «συμμετοχικής δημοκρατίας» ή «της άμεσης δημοκρατίας» και ταυτόχρονα να είναι υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού ή οποιουδήποτε κοινωνικού ή πολιτικού συστήματος με κοινωνικούς διαχωρισμούς. Ο «αρπακτικός καπιταλισμός» είναι η τελευταία έκδοση του νεοφιλελευθερισμού και της μάχης των  λίγων  πλουσίων να περιορίσουν ασφυκτικά τα πολιτικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολλών. Άρα εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα πως ο όρος «δημοκρατικές διαδικασίες»  που αφορά στο διαδικαστικό του συστήματος, είναι μία απάτη, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.
Ας υποθέσουμε τώρα πως καταφέρνουμε να κατοχυρώσουμε συνταγματικά το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας. Το «διαδικαστικό» της άμεσης δημοκρατίας, δεν αρκεί να στηρίζεται στη νομιμότητα, αλλά χρειάζεται μία ευρύτερη κοινωνική συναίνεση προκειμένου να ολοκληρώσει τη λειτουργία του. Δεν είναι αρκετό το να υπάρχει μόνο ως αφηρημένος θεσμός, αλλά θα πρέπει να πραγματωθεί μέσα από μία συγκεκριμένη πολιτική. Σε αντίθετη περίπτωση, θα γίνει πάλι ένα ίδιο σύστημα με αυτό που υπάρχει σήμερα. Αυτόματα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα, τι θα κάνουμε με όσους δεν θέλουν την άμεση δημοκρατία, οι οποίοι παρεμπιπτόντως, είναι  και πάρα πολλοί; Αν σε όλους αυτούς προσθέσουμε και όσους δεν γνωρίζουν τι σημαίνει πραγματικά η άμεση δημοκρατία, τότε το πρόβλημα μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Θεωρώ πως αυτό είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε πρωτίστως εμείς που πιστεύουμε στην άμεση δημοκρατία. Προσωπικά, δεν γνωρίζω τι να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα πέρα από την συνεχή ενημέρωση των ανθρώπων πάνω στην «άμεση δημοκρατία». Κάτι τέτοιο όμως θέλει χρόνο, και χρόνο αυτήν την περίοδο δεν έχουμε.
Αφήνοντας τις υποθέσεις, το καίριο ερώτημα που τίθεται τώρα είναι το: πως θα κατοχυρωθεί συνταγματικά η «άμεση δημοκρατία»; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι, με δημοψήφισμα. Μα για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να υπάρξει μία κυβέρνηση που να το επιτρέψει. Γνωρίζει κάποιος μία κυβέρνηση οπουδήποτε στον κόσμο που θα ήθελε να δημιουργήσει τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις, της αυτοκατάργησής της; Με δεδομένα αυτά που έγραψα παραπάνω για την «εξουσία δράσης», η κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο έναν ελάχιστο έως ανύπαρκτο μέρος της εξουσίας. Η ιδιωτική εξουσία μπορεί να περιορίσει ασφυκτικά τις όποιες ενέργειες της όποιας κυβέρνησης. (Τώρα που γράφεται το κείμενο, περίτρανη απόδειξη αποτελεί η προσπάθεια δημιουργίας της «κυβέρνησης σωτηρίας», χωρίς να ερωτηθεί για μία ακόμη φορά ο λαός. Ταυτόχρονα, σε κανένα μέσο ενημέρωσης δεν αναφέρθηκε καθόλου, πουθενά και ποτέ ούτε καν σαν εναλλακτική περίπτωση η «άμεση δημοκρατία»)
Τελευταίο αλλά διόλου ασήμαντο πρόβλημα, αποτελεί η ανάγκη μετατροπής, της άμεσης δημοκρατίας, από πολιτικό σύστημα σε πολιτικό καθεστώς. Το πολιτικό σύστημα αφορά τους ιδιαίτερους πολιτικούς θεσμούς μίας συγκεκριμένης χώρας. Η έννοια του πολιτικού καθεστώτος, αφορά στην αρχή που διέπει αυτούς τους θεσμούς. Αυτή τη στιγμή, πολιτικό καθεστώς γενικότερα των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, είναι η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία». Έχοντας ως δεδομένα πως, αφ’ ενός μεν το κεφάλαιο δεν γνωρίζει τόπο και αφ’ ετέρου πως, η άμεση δημοκρατία στρέφεται πρωτίστως εναντίον του, δεν θα επιτραπεί τόσο εύκολα η δημιουργία της. Άρα χρειάζεται μία προσπάθεια δημιουργίας της άμεσης δημοκρατίας που να υπερβαίνει τα Ελληνικά σύνορα. Βέβαια πρέπει από κάπου να ξεκινήσει, και αφού εμείς είμαστε οι «γεννήτορες της δημοκρατίας», ας ξεκινήσει από εμάς και… βλέπουμε. Πάντως πιστεύω πως μία υπερεθνική προσπάθεια είναι απαραίτητη.
Συνοψίζοντας, τα προβλήματα που παρουσιάζονται από την ορθή κατά τα άλλα απαίτηση για άμεση δημοκρατία είναι:
  1. Πώς θα κατοχυρωθεί συνταγματικά η άμεση δημοκρατία;
  2. Τι μπορούμε να κάνουμε με την μερίδα του πληθυσμού που δεν θέλει την άμεση δημοκρατία;
  3. Πως θα πραγματωθεί κοινωνικά ως θεσμός η άμεση δημοκρατία , με δεδομένες τις αντιδράσεις που θα συναντήσει;
  4. Με ποιο τρόπο μπορούμε να μετατρέψουμε την άμεση δημοκρατία από πολιτικό σύστημα σε πολιτικό καθεστώς;
Η άμεση δημοκρατία ή αλλιώς η πολιτική ελευθερία είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ περισσότερο από ένα πολιτικό σύστημα ή ένα πολιτικό καθεστώς. Είναι το όπλο που μπορεί να μετατρέψει τον όρο «δημοκρατία», από πολιτική έννοια σε κοινωνική έννοια. Αν θέλουμε να φτάσουμε σε μία αυτόνομη κοινωνία, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιλαμβανόμαστε την δημοκρατία ως είδος κοινωνίας, και όχι ως είδος πολιτικού καθεστώτος. Η έννοια του «είδους κοινωνίας» σημαίνει πως οι άνθρωποι επεμβαίνουν στηνσυνολική θέσμιση της κοινωνίας δηλαδή επεμβαίνουν στην πραγματική της κατάσταση που δεν έχει να κάνει μόνο με την πολιτική θέσμιση. Η πολιτική θέσμιση σε συνδυασμό με την λειτουργία της θέσμισης αυτής, δηλαδή με το πώς εφαρμόζεται στην πράξη, δείχνει την γενικότερη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς.
Θα δούμε…

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Τυφλοί αγώνες

Μπορεί ο καθένας να παρατηρήσει πως σε καιρούς που ταράσσονται από μεγάλες αλλαγές , ακόμα και τα πιο μοντέρνα πνεύματα δύσκολα απαλλάσσονται από αντιλήψεις του παρελθόντος . Αντιλήψεις που τις περισσότερες φορές , έχουν χάσει την αξία και τη σημασία που είχαν κάποτε , και ενώ θα έπρεπε να απορριφθούν ως λανθασμένες παραμένουν ακόμα , καθολικά σχεδόν , αποδεκτές . Τέτοιου είδους αντιλήψεις αποτελούν το βασικό κομμάτι συγκεκριμένων μορφών δράσης , όπως η απεργία , η διαδήλωση ή τα λεγόμενα «κοινωνικά κινήματα» , όπως αυτό που λαμβάνει χώρα αυτές τις μέρες σε ολόκληρη την Ελλάδα .


Πρέπει από την αρχή να ξεκαθαρίσω πως δεν είμαι ενάντια στην απεργία , ούτε στην διαδήλωση και φυσικά ούτε στο συγκεκριμένο κίνημα , (Αγανακτισμένοι) αφού άλλωστε συμμετέχω . Θεωρώ όμως πως στην πραγματικότητα , τώρα πια ο τρόπος με τον οποίο γίνονται καθώς και τα αιτήματα που προβάλουν είναι , νομίζω , λανθασμένα . Στις λίγες λέξεις που ακολουθούν θα προσπαθήσω να εξηγήσω καλύτερα το συλλογισμό μου . 

"Το πλήθος ήταν μεγάλο προχθές στους δρόμους της Αθήνας, μέρα γενικής απεργίας. Αλλά τα πρόσωπα ήταν σκυθρωπά. Περίσσευε η απογοήτευση, σχεδόν απόγνωση· αυτή έδινε τον τόνο, και όχι η οργή. Και κυριαρχούσαν συντριπτικά άνθρωποι ώριμοι, μεσήλικοι και μεγαλύτεροι, άνθρωποι της εργασίας, κάτω από πανό επαγγελματικών ενώσεων και συχνά με στολές εργασίας.Κάθε ομάδα έχει τα δικά της προβλήματα, δικά της αιτήματα, βιώνει το δικό της βάσανο· οι διαμαρτυρίες τους ακούγονταν παράλληλες, αποσπασμένες η μία από την άλλη, και ως εκ τούτου ελάχιστα δραστικές. Μένουν διαμαρτυρίες, κλαδικές, επαγγελματικές, οικονομικές· εκφράζεται ο φόβος της καταστροφής, εκφράζεται η απελπισία, αλλά αυτά δεν μετασχηματίζονται σε πολιτικό αίτημα, σε πολιτικό λόγο. Εξ ου και η διάχυτη αμηχανία. Ο κόσμος της εργασίας εξακολουθεί να κατεβαίνει στο δρόμο, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τα παλιά αυτονόητα. Αλλά η ογκούμενη απόγνωση, στα όρια υπαρξιακού αδιεξόδου, αδυνατεί να λάβει πολιτική μορφή." Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε από κάποιον που ήταν και αυτός σε κάποια πορεία . Θα μείνω στην τελευταία φράση περί μη ύπαρξης πολιτικής μορφής στις κινητοποιήσεις αφού αυτό ακριβώς υπάρχει και σήμερα στην κινητοποίηση των «αγανακτισμένων». 

Γιατί οι άνθρωποι ενώ έχουν υποστεί τόσα από την συγκεκριμένη , και όχι μόνο , κυβέρνηση δεν εξεγείρονται ; Γράφω "δεν εξεγείρονται" αφού η εξέγερση είναι μία πολιτική πράξη , ή αλλιώς μία πολιτική μορφή . 

Οι αιτίες μιας τέτοιας απάθειας , γιατί περί απάθειας πρόκειται , είναι πάρα πολλές . Για να ακριβολογώ , μιλάω για πολιτική απάθεια απέναντι στο υπάρχον πολιτικό σύστημα , και όχι μία απάθεια γενική για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας . Η σημαντικότερη αιτία ,κατά τη γνώμη μου , δεν είναι άλλη από την «μη ύπαρξη νοήματος» . Λέγοντας «νόημα» , δεν εννοώ την απλή επίτευξη ενός στόχου , είτε αυτός είναι η πρόοδος ή η παραγωγή , ή η ανάπτυξη . Νόημα σημαίνει την "άλλη" κοινωνία που δυστυχώς φαίνεται πως δεν μπορούμε να φανταστούμε . Το κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα της εποχής πρέπει να είναι το νόημα της ζωής για τον καθένα . Πρέπει να σκεφθούμε κάποια στιγμή να αλλάξουμε την προκαθορισμένη πορεία μας. Μία πορεία που έχει σταθερές και επαναλαμβανόμενες στάσεις μέχρι βαρεμάρας , για τον καθένα μας. Κοινωνικοποίηση-εκπαίδευση σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον με έναν και μοναδικό στόχο : την αναπαραγωγή αυτής της κοινωνίας και των αξιών της . Εργασία με στόχο την κοινωνική αίγλη ή την απλή εξασφάλιση των προς το ζην . Δημιουργία οικογένειας , τις περισσότερες φορές λόγο αδράνειας , ή της πίεσης που ασκεί το περιβάλλον , με κύριο στόχο την αναπαραγωγή . Αναπαραγωγή που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του δικού μου παιδιού και όχι τη διαπαιδαγώγησή του . Τέλος , ο παροπλισμός των ανθρώπων που δεν έμαθαν τίποτε άλλο στη ζωή τους πέρα από το να εργάζονται , και αυτό το αναφέρω φυσικά χωρίς κανένα ίχνος απαξίωσης ή ειρωνείας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους . Έτσι το σύνθημα του Μάη ’68 είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ :«Οι άνθρωποι για να κερδίσουν τη ζωή τους τελικά τη χάνουν». 

Το σημαντικότερο όμως κομμάτι της κοινωνίας στο οποίο πρέπει να δώσουμε νόημα είναι η ίδια η πολιτική . Η πολιτική , ακόμα και αν μας φαίνεται αδιανόητο , εμπεριέχει όλες τις παραπάνω πτυχές της ζωής μας . Ποιο είναι το νόημα που πρέπει να έχει η πολιτική ; Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη : η ελευθερία . Σήμερα η απάντηση αυτή δεν είναι καθόλου εύλογη , αλλά ούτε και αυταπόδεικτη . Έχουμε φτάσει στο σημείο να μην συμβαδίζουν πλέον πολιτική και ελευθερία , πολύ δε περισσότερο , πολιτική και ζωή. Μας φαίνεται ίσως υπερβολικό το δεύτερο κομμάτι της πρότασης , αλλά αν αναλογιστούμε τις τόσες καταστροφές που έχει επιφέρει η πολιτική , όπως την γνωρίζουμε , στην ανθρωπότητα , τότε θα συμφωνήσουμε πιστεύω . Αφού εμείς οι ίδιοι , ως «πολίτες» , δεν μπορούμε να καθορίσουμε το νόημα της πολιτικής , είναι πολύ φυσικό η άσκηση πολιτικής από τους κατέχοντες την εξουσία , να μην μας προκαλεί καμία αρνητική εντύπωση και να την θεωρούμε ως δεδομένη , αφού δεν γνωρίζουμε άλλη . Π.χ. , θεωρούμε απόλυτα φυσιολογικό το να υπάρχει άμεσος διαχωρισμός μεταξύ πολιτικής και εξουσίας με την δεύτερη να ασκείται κατά κόρον από τις περίφημες «αγορές» . Η κλασσική απάντησή μας είναι το «έτσι έχουν τα πράγματα , έτσι είναι τόσα χρόνια τώρα , εμείς θα το αλλάξουμε ;» Συγχέουμε την υποταγή των πολιτικών στις εντολές των εργοδοτών τους , (μεγάλες πολυεθνικές , διεθνή κέντρα εξουσίας κλπ) , με την ανικανότητα και την έλλειψη πολιτικής βούλησης . Κάνουμε τεράστιο λάθος . Οι άνθρωποι αυτοί που υποτίθεται πως μας αντιπροσωπεύουν , δεν είναι καθόλου ανίκανοι , το αντίθετο μάλιστα . Απλώς η υποτιθέμενη ανικανότητά τους , μας περνά το υπόρρητο μήνυμα της δικής μας υποτιθέμενης ανικανότητας . Αν αυτοί που είναι σπουδαγμένοι και ειδικοί στο να διαχειρίζονται τέτοιες υποθέσεις δεν τα καταφέρνουν , πως θα τα καταφέρουμε εμείς , «οι αγράμματοι ;» Εμείς , που δεν είμαστε «ειδικοί». 

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται ευθέως , είναι το αν η πολιτική θα πρέπει να είναι επάγγελμα για λίγους και ειδικούς , ή θα πρέπει να είναι μία ατέρμονη διαδικασία ρητής αμφισβήτησης και επανακαθορισμού των θεσμών της κοινωνίας , με τη συμμετοχή όλων ; Η απάντηση βρίσκεται κατά την άποψή μου στο δεύτερο μέρος της παραπάνω ερώτησης . «Εφεξής , η πολιτική είναι ο αγώνας για τον μετασχηματισμό της σχέσης της κοινωνίας με τους θεσμούς της , για την εγκαθίδρυση μιας κατάστασης πραγμάτων στην οποία ο κοινωνικός άνθρωπος μπορεί και θέλει να θεωρεί τους θεσμούς που ρυθμίζουν τη ζωή του ως δικές του συλλογικές δημιουργίες και άρα μπορεί και θέλει να τους μετασχηματίζει όποτε θεωρεί ότι αυτό είναι αναγκαίο ή επιθυμητό.»(Κορνήλιος Καστοριάδης , Η γραφειοκρατική κοινωνία 1, ύψιλον-βιβλία , Αθήνα 1985, σελ. 59.Το κείμενο φέρει τη χρονολογία Οκτώβριος-Νοέμβριος 1972) 

Η δημιουργία συλλογικών πρακτικών από τους ανθρώπους το τελευταίο διάστημα πρέπει να έχει ως στόχο τον μετασχηματισμό της «συλλογικής πρακτικής» σε «κίνημα». Η λέξη «κίνημα» υποδηλώνει πως αυτό που γίνεται είναι κάτι το διαφορετικό , το καινούργιο , κάτι που δεν έχει υπάρξει ξανά . Τα μέχρι τώρα υπάρχοντα «κινήματα» , δεν απορρίπτουν συνολικά τους θεσμούς , άρα την συνολική θέσμιση της κοινωνίας , αλλά προσπαθούν να βελτιώσουν τη θέση των ενδιαφερομένων μέσα στους υπάρχοντες θεσμούς , βοηθώντας ουσιαστικά στην διατήρηση ή στην αναπαραγωγή της κοινωνίας που οι ίδιοι πολεμάνε . Η προσπάθειά τους , μετατρέπεται σε «τυφλό αγώνα» , αφού όπου και να γυρίσουν το κεφάλι τους βλέπουν συνεχώς το ίδιο σκοτάδι από το οποίο θέλουν να ξεφύγουν . 

Υπάρχουν θεσμοί που πλέον είναι ξεπερασμένοι , έχουν αποτύχει ή έχουν φθαρεί , και παρ’ όλα αυτά , υπάρχουν ακόμα , και οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν μέσα σε αυτούς .Οι θεσμοί για τους οποίους ενδιαφερόμαστε εδώ δεν είναι άλλοι από τους κατά κύριο λόγο πολιτικούς θεσμούς , όπως η αντιπροσώπευση , τα κόμματα , οι εκλογές κλπ . Δεν θα ασχοληθώ εδώ με το μετασχηματισμό θεσμών όπως η οικογένεια , η φιλία , ο έρωτας κλπ. , γιατί το κείμενο θα μεγαλώσει…. ανεξέλεγκτα . 

Το σημαντικότερο στοιχείο που λείπει από τις σημερινές συλλογικές πρακτικές είναι το πρόταγμα. Όταν λέμε πρόταγμα δεν εννοούμε «πρόγραμμα» .Πρόταγμα είναι ο ιστορικός στόχος , του να πάψει μια κοινωνία να είναι δεμένη στο παρελθόν της και στα δημιουργήματά της . Βέβαια το να απαλλαγείς από το παρελθόν δεν είναι ποτέ εύκολο , αλλά το ζήτημα είναι μέχρι που επιτρέπεις στο παρελθόν σου να καθορίζει το μέλλον σου . Είμαστε ευχαριστημένοι από την ύπαρξη των κομμάτων και τον ιστορικό τους ρόλο ; Είμαστε ευχαριστημένοι από την «αντιπροσώπευση» και τον τρόπο που έχει λειτουργήσει τόσα χρόνια ; Πιστεύουμε ακόμα πως οι εκλογές είναι επί της ουσίας αδιάβλητες ; Θεωρούμε πως υπάρχει ισονομία ; Ζούμε σε μία δίκαιη κοινωνία ή σκεφτόμαστε πως «έτσι είναι η πουτάνα η ζωή και τι να κάνω ;» Μέχρι πότε θα ανεχόμαστε την ατιμωρησία των πολιτικών , και μέχρι πότε θα ανεχόμαστε να μας κοροϊδεύουν μέσα στα μούτρα μας ; Όλοι γνωρίζουμε λίγο ή πολύ το ρόλο των μεγάλων ΜΜΕ . Ε, και ; Τι να κάνουμε ; Αυτό ακριβώς είναι το παρελθόν μας , άριστα κατασκευασμένο από την ανοχή μας και την άγνοιά μας . 

Δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει λύση πραγματική μέσα από τις εκλογές ή τη συμμετοχή μας σε πολιτικά κόμματα . Η μόνη λύση μπορεί να προέλθει από τις συλλογικές πρακτικές που πρέπει να μετασχηματιστούν σε κινήματα . Ο ιστορικός στόχος των νέων αυτών κινημάτων , το πρόταγμά τους , πρέπει να είναι η δημιουργία μιας πολιτικής που να καταργεί την πολιτική της κυριαρχίας όπως την γνωρίζουμε έως τώρα . Την πολιτική που θα θέτει σε αμφισβήτηση την συνολική θέσμιση της κοινωνίας και θα οδηγεί προς την αυτόνομη κοινωνία .
(Τη φράση "τυφλοί αγώνες" τη διάβασα σε συνέντευξη του Αλαίν Μπαντιού , αλλά δεν έχω συγκρατήσει το κείμενο προκειμένου να παραπέμψω .Ζητώ συγνώμη)  

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Το πολιτικό πρόβλημα της αγανάκτησης .


Μία εξέγερση είναι πάντοτε κάτι πολύ περισσότερο από μία μαζική υστερία . Η ξαφνική και μεγάλη αφύπνιση  ή κίνηση αναβίωσης που εμφανίζεται , οφείλεται εν πολλοίς στην αγανάκτηση και αναζωογονεί και επηρεάζει σημαντικά εκείνους που συμμετέχουν . Η αγανάκτηση τις περισσότερες φορές , αν όχι πάντα , αποτελεί την πρώτη ύλη της εξέγερσης , εντός της οποίας ανακαλύπτουμε την ενυπάρχουσα ικανότητά μας να δρούμε ενάντια στην καταπίεση αλλά και να αμφισβητούμε τα αίτια του συλλογικού μας πόνου .
Έκφραση της αγανάκτησης , είναι η ίδια μας η ύπαρξη που εξεγείρεται συμπεριλαμβάνοντας πάντα ένα μικρό ή μεγάλο ποσοστό βίας . Η αντίσταση αλλά και η ισχύς που προκύπτουν μέσα από την εξέγερση , εμφανίζονται αυθόρμητα και άμεσα , άρα εντελώς απλοϊκά . Όχι όμως με μικρότερη ένταση . Η αγανάκτηση εμφανίζεται πάντα ως απάντηση σε ένα συγκεκριμένο εμπόδιο ή μία μορφή βίας .
Οι άνθρωποι που εξεγείρονται , είτε μας αρέσει είτε όχι , έχουν δίκιο . Ο αυθορμητισμός τους όμως , οδηγεί σε λάθος μονοπάτια καθώς δεν αφήνει πίσω του καμία οργανωτική δομή ή νόμιμο θεσμό που να μπορεί να χρησιμεύσει σαν αλλαγή απέναντι στην ανατραπείσα εξουσία . (Εξαίρεση σε αυτό ίσως αποτελούν οι Ζαππατίστας , αλλά δεν είναι τώρα αυτό το θέμα μας). Πολύ περισσότερο ο αυθορμητισμός και η αγανάκτηση δεν κινούνται ποτέ προς ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας . Αυτό μπορεί να εξηγηθεί αν ακολουθήσουμε τον παρακάτω συλλογισμό : το «καινούργιο» εμπεριέχει πάντοτε το «παλιό» γιατί το «παλιό» μπαίνει μέσα στο «καινούργιο» με τη μορφή που του δίνει το «καινούργιο» . Αποτέλεσμα τούτου είναι οι εξεγερμένοι να επιστρέφουν στο «παλιό» μέσω του «καινούργιου» χωρίς να το αντιλαμβάνονται .
Στις μέρες μας υπάρχει μία «επιδημική διάδοση» των εξεγέρσεων σε όλο τον κόσμο . Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς , πάντοτε υπήρχαν εξεγέρσεις ανά τον κόσμο , απλά τώρα διαδίδονται από τα ΜΜΕ περισσότερο , για λόγους που δεν μας αφορούν εδώ . Αίγυπτος , Συρία , Μαρόκο , Τυνησία , Φιλιππίνες κλπ. Οι άνθρωποι αυτοί εξεγέρθηκαν γιατί αγανάκτησαν , άρα με βάση αυτά που έγραψα πιο πάνω , σαφώς έχουν δίκιο . Αυτό που με ανησυχεί είναι το αν θα κάνουν πάλι , και αυτοί ,το ίδιο λάθος : να μπερδέψουν την απελευθέρωση με την πολιτική ελευθερία . Η διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι πολύ μεγάλη .
Η απελευθέρωση αποτελεί προϋπόθεση της ελευθερίας αλλά σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτή . Η σύγχυση αυτή οφείλεται κατά τη γνώμη μου σε δύο λόγους : πρώτα , στο γεγονός πως η απελευθέρωση προβάλλεται πάντα με μεγαλοπρέπεια ενώ η ελευθερία είναι πολλές φορές , εκτός από αβέβαιη , και μάταιη . Δεύτερος λόγος και εξίσου σημαντικός είναι το γεγονός πως η πολιτική ελευθερία ήταν και είναι στην πραγματικότητα , ιστορικά ανύπαρκτη . Αποτέλεσμα τούτου είναι οι άνθρωποι να μην νοιάζονται γι’ αυτή , αφού στην πραγματικότητα δεν την γνωρίζουν . Έτσι δημιουργείται ένα θέσφατο , το να φανταζόμαστε την πολιτική ελευθερία όχι ως πολιτικό φαινόμενο , αλλά ως ένα σύνολο μη πολιτικών δραστηριοτήτων τις οποίες νομίζουμε πως διασφαλίζουμε μέσα από ένα συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα που βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο διαδικαστικό και που ονομάζουμε «δημοκρατία» . Αυτά που αποκαλούμε ελευθερίες του πολίτη , ήταν ανέκαθεν το ζητούμενο , απλά σήμερα συμπληρώνονται από την απαίτηση για ελευθερία από την ένδεια και το φόβο . Οι ελευθερίες για τις οποίες παλεύουμε όπως η ελευθερία του λόγου , η ελευθερία του τύπου , οι ελεύθερες εκλογές , το δικαίωμα στην εργασία, κλπ , είναι στην πραγματικότητα , παθητικές ελευθερίες και κατ’ ουσία αρνητικές . Οι ελευθερίες αυτές είναι αποτέλεσμα της απελευθέρωσης από μία κυβέρνηση που υπερβαίνει τις εξουσίες της και παραβιάζει πάγια και εδραιωμένα δικαιώματα . Τι σημασία έχει η ελευθερία του λόγου ή το δικαίωμα της διαδήλωσης όταν δεν σε ακούει κανένας ; Ποιος ο λόγος να έχεις ελεύθερες εκλογές όταν το κόμμα που σε αντιπροσωπεύει κάνει τελείως διαφορετικά πράγματα από αυτά που υπόσχεται προσπαθώντας να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των «ευεργετών» του ; Τι ρόλο παίζει το υπάρχει στη ζωή μου το δικαίωμα της εργασίας , αλλά όποτε ο εργοδότης μου θέλει να με απολύει ; Το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολιτικής ελευθερίας είναι η συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις . Η αποδοχή όλων στη δημόσια σφαίρα και κυρίως η ισότιμη συμμετοχή στη διαμόρφωση των νόμων .
«Πώς μπορώ να είμαι ελεύθερος , εάν είμαι υποχρεωμένος να ζω σε μία κοινωνία , στην οποία ο νόμος καθορίζεται από κάποιον άλλον ; Η μόνη αποδεκτή απάντηση συνίσταται στο να πω : έχω την ουσιαστική δυνατότητα να συμμετέχω ισότιμα με οποιονδήποτε άλλον στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή του νόμου . Και αυτό είναι το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας. »( Κορνήλιος Καστοριάδης , «του Κορνήλιου Καστοριάδη» , Πόλις , 2000 , σελ 103). Κανείς δεν μπορεί να αποφασίζει για κανένα και κανείς δεν  μπορεί να αντιπροσωπεύσει κανένα . Η συλλογιστική της «απαίτησης για συμμετοχή» οδηγεί όχι μόνο στην πολιτική ελευθερία αλλά πολύ περισσότερο στην ατομική και κοινωνική Αυτονομία , πράγμα που θα πρέπει να είναι το ζητούμενο . Κάτι τέτοιο από μόνο του αποτελεί τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας .
Σε αντίθεση με τα παραπάνω , η εξέγερση (και όχι επανάσταση) χρησιμοποιείται ως μεσοδιάστημα μεταξύ δύο ίδιων ουσιαστικά καταστάσεων . Διώχνουμε τον μονάρχη για να φέρουμε στη θέση του έναν άλλο μονάρχη που αποκαλούμε πρωθυπουργό και που τον ντύνουμε με τον μανδύα της δημοκρατίας και των δημοκρατικών εκλογών . Καθαρά προσωποπαγής κυβερνήσεις , που νομιμοποιούν την ολιγαρχία τους μέσω των εκλογών . Οι εκλογές πάντα δουλεύουν ως καταπραϋντικό σε όλες τις μορφές των πολιτικών εξεγέρσεων . Το πρώτο πράγμα που υποσχέθηκε ο στρατός στην Αίγυπτο ήταν εκλογές . Το πρώτο πράγμα που υποσχέθηκαν οι Αμερικάνοι μετά τη σφαγή στο Ιράκ ήταν εκλογές . Κομμάτι των μεταρρυθμίσεων στη Συρία είναι οι «ελεύθερες εκλογές» . Με τις εκλογές , όπως τουλάχιστον γίνονται τώρα , αποποιούμαστε το δικαίωμά μας στην συμμετοχή και το παραχωρούμε σε κάποιους που εμφανίζονται ως «ειδικοί» στην πολιτική . Η πολιτική δεν είναι επάγγελμα , είναι γνώμη . Η αντιπροσώπευση όμως σου απαγορεύει να πεις τη γνώμη σου . Τη λέει κάποιος άλλος για σένα , αποφασίζει για σένα ,  χωρίς να έχεις ποτέ την δυνατότητα να διαφωνήσεις μαζί του .
    Σε καμία περίπτωση δεν απαξιώνω τον αγώνα αυτών των ανθρώπων . Αυτό που θέλω να πω είναι το αν και κατά πόσο οι άνθρωποι είναι ικανοί να σκεφτούν μία άλλη κοινωνία . Είμαι σχεδόν σίγουρος πως αυτοί που ήταν πρωτεργάτες της εξέγερσης , σε λίγο καιρό θα τους βλέπουμε στην τηλεόραση να μας μιλούν για το νέο όραμα της Αιγύπτου ή της Τυνησίας . Καμία κουβέντα δεν θα υπάρχει για το όραμα των υπολοίπων γιατί πολύ απλά οι υπόλοιποι δεν έχουν όραμα . Δεν έχουν πρόταγμα . Δεν έχουν γιατί πολύ απλά δεν μπορούν να φανταστούν μία διαφορετική κοινωνία . Όπως ακριβώς και εμείς εδώ , έτσι και αυτοί δεν μπορούν να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους και κατ’ επέκταση και στην κοινωνία τους . Δεν γνωρίζουν πια κοινωνία θέλουν , αν θέλουν άλλη κοινωνία και πώς να είναι αυτή . Έτσι μη μπορώντας ουσιαστικά να αλλάξουν οτιδήποτε χρησιμοποιούν την εξέγερση ως μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο ουσιαστικά ίδια πολιτικά συστήματα . Οι πρωτεργάτες θα μετατραπούν σε προνομιούχο φορέα ιδεών και ως η μόνη κινητήριος δύναμη της «επανάστασης» , θα αναλάβουν την εξουσία . Η πολιτική , σαφώς και δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα . Δεν μπορεί όμως να υπάρξει ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας , που να μην περιλαμβάνει τη διάσταση της εξουσίας . Το ζήτημα είναι το ποιοι κατέχουν την εξουσία και πως την διαχειρίζονται. Εμείς εδώ στην Ελλάδα έχουμε τέτοιο πρόσφατο παράδειγμα τους «αγωνιστές» του Πολυτεχνείου . Λυπάμαι που το αναφέρω αλλά δεν έχω και την καλύτερη γνώμη για όλους αυτούς που πούλησαν τις ιδέες τους για μια θέση στην εξουσία . Αυτοί που δεν το έκαναν είναι άφαντοι και τους θυμούνται μόνο στην επέτειο του Πολυτεχνείου , δίνοντας τους την δυνατότητα να πουν όχι την άποψή τους για το αποτέλεσμα του Πολυτεχνείου , αλλά να περιγράψουν τα απίστευτα βασανιστήρια που υπέστησαν , προκειμένου να μας τονίσει η τηλεόραση το υπόρρητο μήνυμά της : τη ματαιότητα της εξέγερσης . Μπορούμε να δούμε και τους πρωτεργάτες του Μάη του ’68 , πόσοι από αυτούς άλλαξαν τον κόσμο ; Η απαίτηση για συμμετοχή ήταν πάντοτε απούσα!
Το μόνο που πραγματικά εύχομαι , είναι να γίνει αντιληπτό πως το «καινούργιο», το πραγματικά «καινούργιο» , χωρίς ίχνος πρότερης παρουσίας του «παλιού» , είναι το πρόταγμα της Αυτονομίας , και όχι η εδραίωση της «παλιάς» δημοκρατίας δυτικού , ή δεν ξέρω τι άλλου , τύπου . Αν οι εξεγερμένοι σε αυτές τις χώρες δώσουν ως νόημα στην προσπάθειά τους τον νεοφιλελευθερισμό , είναι πάλι από χέρι χαμένοι και το μόνο που θα μπορούν να περιμένουν είναι σε καμιά σαρανταριά χρόνια , τα εγγόνια τους να ξανακάνουν εξέγερση …για τους ίδιους λόγους .    
         Θα δούμε...

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Βιοεξουσία , βιοπολιτική και φόβος

    Στις μέρες μας η πολιτική έχει αλλάξει εντελώς μορφή . Εκτός από το ότι πλέον δεν έχει κανένα ρόλο σε ότι αφορά την άσκηση εξουσίας , με την έννοια της αποσύνδεσης που δίνει ο Μπάουμαν , έχει περάσει στη φάση της μεταπολιτικής βιοπολιτικής . Ως μεταπολιτική μπορούμε να ορίσουμε την πολιτική που ισχυρίζεται πως έχει αφήσει πίσω , τους παλιούς ιδεολογικούς αγώνες και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διαχείριση και τη διοίκηση από «ειδήμονες» .

          Η βιοπολιτική , ορίζει ως πρωταρχικό σκοπό της τη ρύθμιση της ασφάλειας και της ευημερίας των ανθρώπινων ζωών . Οι δύο αυτές διαστάσεις της πολιτικής είναι αλληλοεξαρτώμενες : από τη στιγμή που δεν έχουμε ιδεολογικούς προσανατολισμούς , στόχους ή οράματα το μόνο που απομένει είναι η διαχείριση της ίδιας της ζωής . Έχοντας ένα , επί της ουσίας , αποπολιτικοποιημένο πλήθος , που ενδιαφέρεται μόνο για την «τακτοποίηση των συμφερόντων» του , ο μόνος και ποιο εύκολος δρόμος να μπορείς να το διαχειρίζεσαι , κινητοποιώντας το προς την κατεύθυνση που θέλεις , είναι μέσω του φόβου .
          Μιλάμε πλέον για ένα είδος πολιτικής , που απαρνιέται την καταστατική διάσταση του «πολιτικού» Καστοριάδης) , και στη θέση των υπόρρητων εντολών του , τοποθετεί την «δια φόβου συναίνεση» . Πρέπει να συναινέσεις σε αυτό που κάνουμε γιατί αλλιώς … «υπάρχουν οι μετανάστες , τα φορολογικά μέτρα , η ανεργία , η περιβαλλοντική καταστροφή , η εγκληματικότητα , η σεξουαλική διαστροφή» κλπ , κλπ . Η «δια φόβου συναίνεση» πετυχαίνει εκτός των άλλων να ενσωματώσει το πλήθος και τις αυθόρμητες μορφές ταξικού αγώνα στις ιδεολογικές δομές της εξουσίας , μεταμορφώνοντας το πλήθος σε λαό .
          Η «δια φόβου κινητοποίηση και συναίνεση» στις πρακτικές της εξουσίας δεν είναι όμως αρκετή . Ο φόβος από μόνος του δεν φτάνει γιατί οδηγεί υποχρεωτικά στον καταναγκασμό . Έχει αποδειχθεί ιστορικά πως κανένα σύστημα εξουσίας δεν μπόρεσε να επιβιώσει έχοντας ως μόνο όπλο τον καταναγκασμό και τον φόβο . Μεγαλύτερο παράδειγμα από την τέως ΕΣΣΔ δεν υπάρχει , όπως και άλλες γνωστές δικτατορίες .
          Η θεσμισμένη εξουσία στηρίζεται στην εσωτερίκευση των σημασιών της , από τα κοινωνικά κατασκευασμένα άτομά της (Καστοριάδης).Χωρίς την ελάχιστη αποδοχή των θεσμών από τον πληθυσμό ή από το μεγαλύτερο μέρος του , ο καταναγκασμός είναι κατά βάση άχρηστος . Δεν ζούμε πλέον στην πειθαρχική κοινωνία (Foucault) αλλά περάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε στην κοινωνία του ελέγχου . Κοινωνία του ελέγχου εννοούμε την κοινωνία αυτή που «οι μηχανισμοί του προστάγματος γίνονται πιο «δημοκρατικοί» ,ολοένα πιο εμμενείς στο κοινωνικό πεδίο , καθώς κατανέμονται στο νου και στο σώμα των πολιτών » (Νέγκρι) . Οι συμπεριφορές κοινωνικής ένταξης ορίζονται από την εξουσία , ενώ η τελευταία ασκείται μέσω μηχανισμών οι οποίοι οργανώνουν με άμεσο τρόπο τους νόες και τα σώματα , με αποτέλεσμα την πλήρη εσωτερίκευση των εντολών από τα υποκείμενα . Οι νόες καθοδηγούνται μέσω επικοινωνιακών συστημάτων , δικτύων πληροφορικής , εικόνων και ήχου από τα ΜΜΕ , κλπ , στα οποία ο φόβος και η απειλές γενικότερα βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη . Από την άλλη , τα σώματα ελέγχονται μέσω των συστημάτων κρατικής πρόνοιας , διάφορες επιτηρούμενες δραστηριότητες όπως το σχολείο ή ο στρατός , διαρκή αστυνόμευση κλπ . Η ανθεκτικότητα ενός κοινωνικού συστήματος αυξάνεται από τη στιγμή που μετατρέπει τα «λειτουργικά προαπαιτούμενά» του σε «συμπεριφορικά κίνητρα δράσης» .
          Με απλά λόγια , για να μπορεί να μετατραπεί σε πράξη οποιαδήποτε εντολή της εξουσίας , τα άτομα πρέπει να θέλουν να την εκτελέσουν προκειμένου το σύστημα να αναπαράγεται αλλά και οι κατέχοντες την εξουσία να μείνουν στη θέση τους . Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους : α) ανοικτά και ρητά : επιστρατεύονται τα διακηρυγμένα συμφέροντα ενός «όλου», ενός κράτους ή έθνους , μέσω διαφόρων διαδικασιών όπως η ιδεολογική κατήχηση αλλά κυρίως η «συλλογική αντιμετώπιση της απειλής» της όποιας απειλής . Χαρακτηριστικά «ελληνικά» παραδείγματα  , είναι ο περίφημος «Νέος Πατριωτισμός» του κ. Παπανδρέου και τα ασταμάτητα διλήμματα που θέτει , κάθε φορά που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο . β) υποδόρια και έμμεσα : η συγκαλυμμένη επιβολή ή η μετάδοση προτύπων επίλυσης προβλημάτων που από τη στιγμή που θα τεθούν σε εφαρμογή , εξαφανίζουν οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή. Π.χ. : Για να ξεχρεώσουμε πρέπει να ξεπουλήσουμε τα πάντα , ή το σχέδιο των «Εκατό ημερών» και διάφορες άλλες ηλιθιότητες που εμφανίζονται ως μονόδρομοι και μόνο επ΄αυτών μπορούμε να συζητούμε . Οποιαδήποτε άλλη λύση είναι εκ των προτέρων αποκλεισμένη .      
          Με τη διαδικασία αυτή η εξουσία ρυθμίζει τον κοινωνικό βίο εκ των έσω ώστε το κάθε άτομο να ενστερνίζεται και να επανενεργοποιεί τις εντολές της . «Η ζωή έχει γίνει αντικείμενο της εξουσίας» (Foucault) . Η βιοεξουσία συνεπώς είναι μία κατάσταση κατά την οποία το άμεσο ζητούμενο της εξουσίας είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της ίδιας της ζωής . Η εξουσία εκδηλώνεται με τη μορφή του ελέγχου . Ο έλεγχος εισχωρεί πολύ βαθιά στις συνειδήσεις των ανθρώπων , στα σώματα αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις .
          Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω διαδικασίας είναι η πλήρης απουσία νοήματος στην ύπαρξη της ίδιας της κοινωνίας . Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι κοινωνία θέλουν , αν θέλουν μια άλλη κοινωνία , και πως θα πρέπει να είναι αυτή . «Η παρούσα κοινωνία δεν θέλει τον εαυτό της ως κοινωνία , απλά τον υφίσταται . Και δεν θέλει τον εαυτό της διότι δεν μπορεί ούτε να διατηρήσει ή να σχηματίσει μία παράσταση για την ίδια . Παράσταση την οποία να μπορεί να διακηρύξει και της οποίας να προβάλει θετικά την αξία , ούτε να δημιουργήσει ένα πρόταγμα κοινωνικού μετασχηματισμού , πρόταγμα στο οποίο να μπορεί να προσχωρήσει και για το οποίο να θέλει να αγωνισθεί.» (Κορνήλιος Καστοριάδης "Η άνοδος της ασημαντότητας")
          Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φανταστούν καν μια άλλη κοινωνία γιατί ο έλεγχος που τους ασκείται δεν τους αφήνει περιθώρια για σκέψη , για στοχασμό . Η απουσία νοήματος είναι αυτή που δημιουργεί τους  «τυφλούς αγώνες » , όπως λέει και ο Alain Badiu . Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε το για τι πρέπει να παλέψουμε , τι είναι αυτό που πρέπει να ζητήσουμε και από ποιον . Αν θέλουμε να συγκεκριμενοποιήσουμε τα ερωτήματα αυτά , θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε αν αυτό που μας ενοχλεί περισσότερο είναι το ότι έχουμε έναν πρωθυπουργό απατεώνα ή μήπως το ότι είμαστε ανίκανοι να τον διώξουμε ; Φταίνε τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ που λένε αυτά που θέλουν και όχι αυτά που συμβαίνουν , ή μήπως φταίμε εμείς που καθόμαστε κάθε βράδυ και ακούμε τις βαρύγδουπες αρλούμπες και τα ψέματα με τη μορφή της αλήθειας τους ;

          Ήρθε ο καιρός πιστεύω να καταλάβουμε πως έχουμε και εμείς μεγάλη ευθύνη για όλα αυτά που συμβαίνουν . Όχι φυσικά με την έννοια της «συλλογικής ευθύνης» που προσπαθεί μάταια πιστεύω η κυβέρνηση , μέσω του αντιπροέδρου της , να μας πείσει . («Μαζί τα φάγαμε») . Η επιθετική δυσπιστία που διακατέχει τους περισσότερους , απέναντι σε όλες τις κυβερνητικές πρακτικές , πρέπει να μεταμορφωθεί σε μία «επιθετική ροή απαιτήσεων» , με πρώτη αυτήν της «συμμετοχής» , της ουσιαστικής συμμετοχής , και όχι αυτήν της εικονικής συμμετοχής που είναι οι εκλογές .

          «Elections piege a cons» (γαλλικά) θα πει «Εκλογές , παγίδα για μαλάκες» και ήταν ένα από τα καλά συνθήματα του Μάη ‘68 . Η αποχή ήταν ένα μικρό μεν αλλά καλό πρώτο βήμα . Πρέπει να μεταφέρουμε το φόβο στην εξουσία και η συνειδητοποιημένη μη συμμετοχή δημιουργεί σιγά-σιγά έναν τέτοιο φόβο , βάζει τα πρώτα θεμέλια του «κενού» , και , η εξουσία αποστρέφεται το κενό . Δεν μπορεί να σε χειραγωγήσει και να σε πείσει για το «ορθόν» της διαδικασίας . Αυτός είναι ένας φόβος που πλανάται συνεχώς πάνω από τα κεφάλια των εξουσιαστών .

          Κανείς δεν μπορεί να αποφασίζει για κανέναν , κανείς δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει κανέναν!!Οι εκλογές στην πραγματικότητα , δεν είναι μόνο ένας μηχανισμός αντιπροσώπευσης , αλλά και ένας μηχανισμός καταστολής κινημάτων , καινοτομιών και ρήξεων . Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν , η εξουσία σου πετά την καραμελίτσα των εκλογών και σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως μπορείς με την ψήφο σου να τα αλλάξεις όλα . Τίποτε δεν θα αλλάξεις !!

           Η συμμετοχή δια της απλής ψήφου και μόνο , δίνει το δικαίωμα στην εξουσία , να ορίζει έναν κανόνα και μετά να τον υλοποιεί , μέσω της συναίνεσης . Πρέπει να κόψουμε την εξουσία στα δύο , αφαιρώντας της το δικαίωμα της υλοποίησης . Ανυπακοή !!Δεν υπακούω σε οτιδήποτε για το οποίο δεν έχω συμμετοχή στη δημιουργία του . Πρέπει να σταματήσουμε να «αντιδρούμε» και να αρχίσουμε να «δρούμε» .

Θα δούμε…      

         

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

MME και πολιτικοί .

         Η ιδιοκτησία καθορίζει το περιεχόμενο
                              
Το διάστημα των έξι μηνών που πέρασαν , είναι κοινά αποδεκτό απ’ όλους σχεδόν τους πολίτες , πως τα ΜΜΕ έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της άποψης των τελευταίων απέναντι στην «κρίση» , και την «τρομοκρατία».   Εκείνο όμως που προκαλεί μεγάλη περιέργεια είναι η σχέση ΜΜΕ-πολιτικής ,και ο τρόπος που το ένα κομμάτι εξυπηρετεί το άλλο . Αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω όσο μπορώ , με τις λίγες γνώσεις μου , προσπαθώντας να μοιραστώ και με άλλους αυτές τις απόψεις .
          Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τους δημοσιογράφους , που αποτελούν τη βάση αλλά και ταυτόχρονα το εργαλείο των ΜΜΕ . Ο δημοσιογράφος έχει έναν εντελώς δικό του τρόπο θέασης του κόσμου : Προβάλλει την αμεσότερα θεατή άποψη του κοινωνικού κόσμου δηλαδή τα άτομα , τα πεπραγμένα τους και κυρίως τα κακά πεπραγμένα τους , με στόχο την καταγγελία και την κατάκριση .Το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον κλίνει περισσότερο προς τα υποτιθέμενα συμπεράσματα και λιγότερο προς τις διαδικασίες μέσω των οποίων οδηγείται κανείς σε αυτά . Οι ίδιοι λαμβάνουν μέρος σε αυτό που λέμε πολιτικό έλεγχο ή πολιτική παρέμβαση , με το να αποδέχονται το διορισμό συγκεκριμένων προσώπων σε ιθύνουσες θέσεις . Η επαγγελματική αβεβαιότητα οδηγεί στην ενσυνείδητη ή ασυνείδητη συμμόρφωση , απέναντι σε τέτοια μορφή κανόνων και λογοκρισίας , ώστε να μην χρειάζεται να ανακαλείται στην τάξη από άλλους . Αυτό φυσικά έχει αντίκτυπο στο περιεχόμενο των πληροφοριών που περνούν προς τους ακροατές – θεατές .
          Η ιδιοκτησία καθορίζει το περιεχόμενο : το περιεχόμενο καθορίζεται από τους ιδιοκτήτες αλλά με συγκεκριμένο τρόπο . Υπάρχουν μηχανισμοί που εξασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό το ότι οι άνθρωποι που βγαίνουν στον αέρα θα κάνουν αυτό που θέλουν οι ιδιοκτήτες και οι επενδυτές . Έτσι εξασφαλίζεται η προώθηση κάποιον ανθρώπων στη θέση του διευθυντή ή του αρχισυντάκτη αν αυτοί ενστερνίζονται τις αξίες των ιδιοκτητών . Από αυτό το σημείο και μετά μπορούν να περιγράφουν τους εαυτούς τους ως απόλυτα ελεύθερους . Έτσι εξηγείται , εν μέρει βέβαια , το γεγονός πως ποτέ και σε καμία εκπομπή δεν τίθεται θέμα “ελευθερίας του τύπου” , γιατί οι ίδιοι αισθάνονται ελεύθεροι και θεωρούν τον εαυτό τους ελεύθερο αφού δεν έχουν επίγνωση πως στην πραγματικότητα δεν υπηρετούν την δημοσιογραφία αλλά τους “αφέντες τους”. Τις περισσότερες φορές βέβαια έχουν απόλυτη επίγνωση για το τι λένε και το τι κάνουν , αλλά ας το αφήσουμε ….έτσι !
           Φτάνοντας λοιπόν στις ειδήσεις έχουμε την πεμπτουσία της ενημέρωσης . Προκειμένου ο θεατής να μην μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι σημαντικό και τι όχι , τα πάντα αποκαλούνται “είδηση” και μπαίνουν στα δελτία υπό την μορφή “ειδήσεων ποικίλης ύλης”. Αυτές είναι κατά βάση ειδήσεις αντιπερισπασμού . “Omnibus” , δηλαδή για τους πάντες . Δεν σοκάρουν , δεν διακυβεύουν τίποτε , δεν διχάζουν , και κυρίως πρέπει να προκαλούν την συναίνεση αλλά χωρίς να θίγουν κάτι σημαντικό . Η “μικρο-είδηση” ενδιαφέρει όλο τον κόσμο , χωρίς να έχει συνέπειες , ενώ ταυτόχρονα απορροφά χρόνο που θα μπορούσε να είναι πολύτιμος , ώστε να ειπωθεί κάτι σημαντικό . Μην ξεχνάμε πως τα ευτελή πράγματα είναι τόσο πολύτιμα γιατί μπορούν να αποκρύψουν τα εξαιρετικά σημαντικά . Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε το μεγάλο κομμάτι της ενημέρωσης που αφορά στις “ειδήσεις πολυτελείας” , που δεν είναι άλλες από αυτές με τις οποίες μας βομβαρδίζουν κάθε μεσημέρι , και όχι μόνο . Ποιος παντρεύτηκε με ποια , αν βαφτίστηκε το παιδί του τάδε ή αν η τάδε τραγουδίστρια θα πάει σε σχολή υποκριτικής για να γίνει και ηθοποιός . (Παναγιά κοντά μας) . 
             Με τις παραπάνω διαδικασίες , οι δημοσιογράφοι καταφέρνουν να αποκρύπτουν τα πραγματικά τους συμφέροντα πίσω από το προσωπείο της φιλελεύθερης αντικειμενικότητας . Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κοσμικό ιερατείο που προσπαθεί να δικαιολογήσει την απάνθρωπη πολιτική του κράτους συγκαλύπτοντάς την με ηθικούς όρους . Δεν μιλάω φυσικά για την πλειονότητα των δημοσιογράφων , αλλά για αυτούς που προβάλλονται περισσότερο από τα μέσα για όλους τους παραπάνω λόγους.
          Οι πολιτικοί όταν βγαίνουν στην τηλεόραση το κάνουν για εντελώς διαφορετικούς λόγους . «Υπάρχω , άρα γίνομαι αντιληπτός.» Γίνεται αντιληπτός από τους δημοσιογράφους , αλλά και από τους ανθρώπους , αφού δεν μπορεί να στηριχθεί στο έργο που έχει κάνει προκειμένου να υπάρξει στο διηνεκές , δεν έχει άλλη διέξοδο .Υποτάσσεται με ευχαρίστηση , τις περισσότερες φορές , στους όρους παρουσίασης των μέσων , αλλάζοντας την πολιτική επικοινωνία . Η πολιτική πληροφόρηση και η παρουσία των πολιτικών στα ΜΜΕ γίνεται με τους σκηνοθετικούς κανόνες των ψυχαγωγικών ειδών και ιδιαίτερα με τους σκηνοθετικούς κανόνες και τεχνικές του θεάτρου . Λόγο των οικονομικών τους και τεχνικών τους χαρακτηριστικών , τα μέσα καταλαμβάνουν κεντρική και αποφασιστική θέση στην πολιτική . Ο κανόνας αυτός ισχύει περισσότερο για όσους δεν έχουν ειδικά πολιτικά ενδιαφέροντα και γνώση δηλαδή δεν είναι με κάποιο τρόπο πολιτικά ενεργοί . Στην πραγματικότητα ισχύει με μεγάλη ένταση για την πλειοψηφία των ανθρώπων  των σύγχρονων κοινωνιών . Έχουμε μία νέα πολιτική επικοινωνία που δημιουργεί μία νέα πολιτική πραγματικότητα αλλάζοντας σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό σύστημα .
           Η μορφή του πολιτικού συστήματος αποτελείται από το κοινό των μέσων , τους τηλεγενείς πολιτικούς και τις διαρκείς δημοσκοπήσεις που καταγράφουν την εμβέλεια και την αποδοχή των τηλεγενών πολιτικών στο κοινό . Έτσι η ιδιότητα του τηλεθεατή σκεπάζει την ιδιότητα του πολίτη , η ιδιότητα του ηθοποιού έχει σκεπάσει εκείνη του πολιτικού και οι μονολεκτικές απαντήσεις σε απλές και μονοσήμαντες ερωτήσεις αντικαταστάθηκαν από την αποδοχή και τον εμπλουτισμό σύνθετων πολύπλοκων πολιτικών προτάσεων . Τα πολιτικά ζητήματα γίνονται αντιληπτά μέσω των ΜΜΕ . Η διαπραγμάτευση των πολιτικών ζητημάτων παύει σταδιακά να γίνεται στα πλαίσια άλλων θεσμών και μορφών επικοινωνίας όπως τα κόμματα , τα κοινωνικά κινήματα , τα συνδικάτα κλπ . Τα ΜΜΕ εκτοπίζουν όλους τους θεσμούς ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος , κυρίως όμως εκτοπίζουν την έννοια της συμμετοχής των πολιτών , δημιουργώντας στο φαντασιακό τους την αίσθηση του ότι «στην πολιτική δεν μπορούμε να έχουμε όλοι γνώμη» παρά μόνον αυτοί που παρουσιάζονται από τα μέσα ως ειδικοί .
          Σε τέτοιου είδους δημοκρατία στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης δεν προέχουν τα πολιτικά κριτήρια , διότι η τηλεοπτική δημοκρατία δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τις αποφάσεις και τις ενέργειές της , δεν λογοδοτεί σε κανέναν , δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει κανέναν αλλά κυρίως διότι δεν υπάρχει πολιτική στις αμέτρητες ώρες συζητήσεων των talk shows .

                               Οι πολιτικοί του tutto logo
            Άξιο συζήτησης και περιέργειας είναι το γεγονός του ότι ενώ οι βουλευτές είναι τριακόσιοι , στην τηλεόραση βγαίνουν πάντα οι ίδιοι και οι ίδιοι . Επίσης εξίσου άξιο απορίας είναι το ότι οι εκπομπές πολιτικού λόγου , παίζονται σχεδόν πάντα μετά τα μεσάνυχτα , με αποτέλεσμά η πλειονότητα των ανθρώπων που θα έπρεπε να παρακολουθήσουν , είναι αδύνατο να το πράξουν αφού ως εργαζόμενοι θα πρέπει αφ’ ενός μεν να σηκωθούν νωρίς το πρωί , αφ’ ετέρου η κούραση από την προσπάθεια στην εργασία τους το προηγούμενο διάστημα της ημέρας , δεν τους επιτρέπει να έχουν τη συγκέντρωση που χρειάζεται  .
           Σε μία κοινωνία που κυριαρχείται από το άγχος της διασκέδασης με οποιοδήποτε τίμημα ή ορίζεται εύκολα ως «κοινωνία του θεάματος» , η πολιτική είναι καταδικασμένη να εμφανίζεται ως άχαρο θέαμα το οποίο πρέπει να αποκλείεται όσο το  δυνατόν περισσότερο από τις ώρες μεγάλης ακροαματικότητας . Το σκεπτικό αυτό εντάσσεται στην γενικότερη λογική απαξίωσης της πολιτικής , με απώτερο σκοπό του να ασχολούνται με αυτήν όσο το δυνατό λιγότεροι . Η πολιτική συζήτηση πρέπει να είναι ένα θέαμα ελάχιστα ελκυστικό και να μην προξενεί κανένα ενδιαφέρον . Η απαξίωση της πολιτικής δεν είναι το κομμάτι που θα μας απασχολήσει εδώ , αλλά αξίζει πιστεύω να αναφερθεί .
           Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί εμφανίζονται συνεχώς οι ίδιοι αλλά και τι είναι αυτά που λέγονται και πως διαμορφώνονται αυτές οι εικονικές ανταλλαγές απόψεων θα πρέπει να σταθούμε στον τρόπο επιλογής αυτών που στις ΗΠΑ αποκαλούνται panelists . Οι πανελίστες κατά το ελληνικότερον είναι πρώτα απ όλα πάντοτε διαθέσιμοι . Προσέρχονται πάντοτε πρόθυμοι να λάβουν μέρος , δεχόμενοι να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις ακόμη και στις πιο γελοίες . Είναι οι πολιτικοί του «tuttologo» που θα πει του «παντο-λόγου» αν θα μπορούσαμε ελεύθερα να το μεταφράσουμε . Έχουν άποψη και γνώμη για όλα . Μπορούν να υποχωρήσουν σε όλα και να συμβιβαστούν με όλα αρκεί να εξασφαλίσουν τα έμμεσα οφέλη της «δημοσιότητας των μέσων ενημέρωσης».
          Οι τοποθετήσεις τους είναι «σαφείς(;)» με απαστράπτοντες όρους και δεν επιβαρύνουν τη συζήτηση με σύνθετες γνώσεις . “The less you know , the better off you are” !! Έτσι , δομείται η πολιτική της δημαγωγικής υπεραπλούστευσης που συνδυάζεται πάντα με την αοριστολογία , που αποτελεί το μικρονοΐκο τέχνασμα των πολιτικών . Αυτή είναι και η αιτία που όταν τελειώσει μία τέτοια εκπομπή δεν έχει βγει ποτέ κανένα συμπέρασμα . Ο πολιτικός που θα βγει στο panel πρέπει να έχει την ικανότητα της «σκέψης μιας χρήσεως» , να μπορεί να μιλήσει εκ του προχείρου χωρίς κανένα πρόβλημα . Ακόμα και στην περίπτωση που δεν είναι προετοιμασμένος , απαντά σε ερώτημα που δεν έχει τεθεί ή που τέθηκε πέντε λεπτά νωρίτερα , επικαλούμενος «ένα σχόλιο που θα ήθελε να κάνει» , ή το ότι «υπάρχει κάτι σημαντικότερο , το οποίο μας ξέφυγε!!»
           Ο ρόλος του παρουσιαστή είναι ευνόητα καταλυτικός . Τα δύο σημεία στα οποία εστιάζει και «εκπαιδεύεται» , είναι η διαχείριση του λόγου και του χρόνου . Επιβάλει το θέμα και την προβληματική ή οποία πολλές φορές είναι ανούσια , όπως π.χ. η ερώτηση γνωστού παρουσιαστή για τα γεγονότα του  Δεκέμβρη  «έπρεπε να καεί η Αθήνα;» . Σε αυτή την ερώτηση η απάντηση «ναι» ή «όχι» , είναι κατά βάση άχρηστη . Το ίδιο άχρηστη αλλά και δόλια ήταν και η ερώτηση  «καταδικάζεται τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται ;» Η απάντηση σε μία τέτοια ερώτηση ,  ή ακόμα και η φράση ως δήλωση , σημαίνει ότι καταδικάζω την βαρβαρότητα του αστυνομικού , αλλά καταδικάζω και τη χρήση βίας των Παλαιστίνιων ή των Αϊτινών κατά των Αμερικάνων . Ο παρουσιαστής διανέμει το λόγο και τα σημαντικά σημεία . Τηρεί τους κανόνες που έχουν «μεταβλητό γεωμετρικό σχήμα» : άλλος κανόνας ισχύει όταν πρόκειται για έναν μαθητή ή συνδικαλιστή και άλλος όταν μιλά ο Χρυσοχοΐδης , ο οποίος διατάζει τον μαθητή να ακούσει ενώ ο παρουσιαστής δεν επεμβαίνει για να ανακαλέσει στην τάξη τον υπουργό που θεωρεί πως όλοι είναι υποχρεωμένοι να τον αποδέχονται ως αυθεντία . Δεν θέλω να μείνω άλλο στην διαχείριση του λόγου , απλά θα πω πως σημαντικό ρόλο παίζει ο τόνος της φωνής του παρουσιαστή , το σώμα του , ο επιτονισμός , κ.λ.π. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε το «ευχαριστώ» που λένε οι παρουσιαστές κάθε φορά που τελειώνει ή προσπαθεί να τελειώσει κάποιος . Επίσης μπορείτε να δείτε και το «μάλιστα» του Αυτιά , που επιβάλει στον συνομιλητή μεγαλύτερη ταχύτητα σκέψης και εκφοράς του λόγου .
          Ο τηλεοπτικός χρόνος είναι το μεγάλο όπλο του παρουσιαστή ακόμα και αν δεν είναι τόσο ικανός στο λόγο . Πρώτο και σημαντικότερο σημείο είναι το «επείγον» του χρόνου. Χρησιμοποιείται για να αφαιρέσει το λόγο , να πιέσει και κυρίως να διακόψει . Εδώ φυσικά είναι η στιγμή που ο παρουσιαστής αναγορεύει τον εαυτό του σε εκπρόσωπο του κοινού : «Σας διακόπτω γιατί οι ακροατές μας δεν καταλαβαίνουν τι θέλετε να πείτε» . Δεν αφήνει σε καμία περίπτωση να γίνει αντιληπτό πως ο ίδιος δεν καταλαβαίνει , αλλά αφήνει να εννοηθεί πως δεν καταλαβαίνει ο «μέσος θεατής» που είναι κατ’ αυτούς , εξ ορισμού ανόητος . Στην πραγματικότητα αυτοαναγορεύεται σε εκπρόσωπο των ηλιθίων προκειμένου να κόψει έναν λόγο εξυπνότερο από το δικό του .
                 Άλλο τρικ του χρόνου είναι η τήρηση της απόλυτης ισότητας . Είναι εύλογο ότι οι συνομιλητές ενός πάνελ δεν είναι ίσοι .Υπάρχουν επαγγελματίες του πλατό και του λόγου σε αντίθεση με τους ερασιτέχνες , που είναι αυτοί που βγαίνουν σπάνια έως ποτέ , ή κατά τύχη στην τηλεόραση . Όταν βγαίνει ένας απολυμένος ενός εργοστασίου να μιλήσει , δεν μπορείς να του δίνεις τον ίδιο χρόνο με τον υπουργό εργασίας γιατί είναι βέβαιο πως δεν θα προλάβει να πει σχεδόν τίποτα . Δεδομένο βέβαια είναι και το χαμηλότερο πολιτισμικό κεφάλαιο του εργαζόμενου που σε πολλές περιπτώσεις δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο το να γίνει κατανοητός μέσα σε λίγα λεπτά ή ακόμα και δευτερόλεπτα όταν πρέπει να πει κάτι για να «κλείσει» το θέμα . Πρόκειται για εξαιρετική ανισότητα που δυστυχώς περνά απαρατήρητη από τον θεατή . Για να υπάρχει ισότητα , θα έπρεπε ο χρόνος να είναι άνισα κατανεμημένος και ο παρουσιαστής να βοηθά στο λόγο και στην έκφραση , αυτούς που υστερούν απέναντι στους επαγγελματίες του λόγου . Την παραπάνω προσπάθεια του μη πανελίστα ,  δυσχεράνει ακόμη περισσότερο η  περίπτωση που ο παρουσιαστής , του απευθύνει το λόγο ξαφνικά ώστε να είναι απροετοίμαστος  .
          Στο σημείο αυτό θα κλείσω το κείμενο γιατί δεν θέλω να κουράσω. Τα κόλπα των παρουσιαστών και των πολιτικών είναι πάρα πολλά που δεν φτάνουν οι σελίδες ενός απλού κειμένου για να αναλυθούν . Άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός μου . Αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα και να μπει πιο βαθιά , το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ , είναι να συστήσω ανεπιφύλακτα τρία βιβλία : 1)Για την τηλεόραση – Πιερ Μπουρντιε , 2)Τα ΜΜΕ ως όργανο κοινωνικού ελέγχου και επιβολής – Νόαμ Τσόμσκι , 3)Από τη δημοκρατία των κομμάτων στη δημοκρατία των ΜΜΕ – Τόμας Μέγιερ .
          Ελπίζω με το παρόν κείμενο , να βοηθήσω στο να πάψουν περισσότεροι άνθρωποι να εμπιστεύονται τα ΜΜΕ και να αρχίσουν να τα κοιτάζουν με μεγαλύτερη καχυποψία και κυρίως με κριτική άποψη . Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως για να αλλάξουμε κάτι πρέπει πρώτα να το καταλάβουμε .psarokefalos

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010